Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Ο παπλωματάς

Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.

παπλωματάς

Ένας τορβάς στην πλάτη, πιασμένος μ’ ένα φαρδύ ιμάντα, περασμένος λοξά, από τον ώμο ώς τη μέση. Μέσα στον τορβά διάφορα εργαλεία, υλικά ραπτικής και αρκετό αφράτο μπαμπάκι. Πασπαλισμένος από την κορυφή μέχρι τα νύχια με άσπρες νιφάδες μπαμπακιού, που του άσπριζαν τα μαλλιά, μουστάκια και φρύδια, περνούσε τα πρωινά από τις γειτονιές μας ο παπλωματάς. Στο ένα χέρι κρατάει ένα παράξενο εργαλείο, κάτι σαν πελώριο δοξάρι βιολιού, μακρύ ίσα με δύο μέτρα, που έχει πάνω του τεντωμένο ένα χοντρό βούνευρο για χορδή. Στον ώμο του έχει κρεμασμένο ένα χοντρό κι ένα μεγάλο ξύλινο εργαλείο στο σχήμα μιας οκάρικης μπουκάλας, με τον πάτο της να εξέχει περιμετρικά. Αν κρατούσες με το αριστερό χέρι το δοξάρι και με το δεξί χτυπούσες με αλλεπάλληλα χτυπήματα τη χορδή με τη ξύλινη μπουκάλα,  έτσι ώστε να σκαλώνει κάθε φορά ο πάτος της πάνω σε αυτήν, τότε της έδινες μια συνεχή παλμική δόνηση, τόσο έντονη, που έβγαζε ένα βαθύ και διαπεραστικό ήχο.

Τα στρώματα και τα παπλώματά μας ήταν παραγεμισμένα με μπαμπάκι και καμιά φορά και με μαλλί. Πουπουλένια δεν είχαμε, ήταν σπάνια. Με τη μακροχρόνια, λοιπόν, χρήση έχανε η γέμιση την απαλότητά της, γιατί το υλικό της είχε πια πατικωθεί και τα στρωσίδια είχαν χάσει την ελαστικότητά τους.

Φώναζες τότε τον μάστορα με το παράξενο δοξάρι κι αυτός καθότανε σταυροπόδι στο πάτωμα, αφού έκλεινε καλά πόρτες και παράθυρα. Ξήλωνε τα στρωσίδια, συσσώρευε το μαλλί ή το μπαμπάκι μπροστά του, άρπαζε το δοξάρι και τη μπουκάλα και άρχιζε το κονσέρτο. Ταν, ταν, δυνατά η μπουκάλα στη χορδή, που την ακουμπούσε ακροθιγώς πάνω στο σωρό κι αυτή παλλόμενη άρπαζε το μπαμπάκι και το εκσφενδόνιζε στον αέρα μέσα στο δωμάτιο. Κι έτσι, μέσα σ’ έναν ήχο σε σολ ύφεση συνοδευόμενο από το ρυθμικό χτύπημα της μπουκάλας, χανότανε παπλωματάς και στρωσίδια μέσα σ’ ένα πυκνό χιόνι μέχρι το ταβάνι και το μπαμπάκι ψιλολαναριζότανε, αφράτευε κι όταν κατακάθιζε, σχημάτιζε έναν απαλό χιονάτο σωρό.

Τελείωνε έτσι η πρώτη φάση. Δοξάρι και μπουκάλα μπαίνανε στη γωνιά. Γέμιζε ο μάστορας στα σβέλτα τα στρωσίδια κι έπιανε βελόνα και κλωστή. Καπιτονάριζε όμορφα όμορφα τα στρώματα, έραβε με τέχνη και χωρίς μέτρημα μπακλαβωτά τα παπλώματα και σου τα παράδινε χαρά των οφθαλμών. Τα κατάφερνε κιόλας να περισσέψει και λίγη γέμιση που την έχωνε στον τορβά του, ως τυχερό του επαγγέλματος. Αυτή η δουλειά γινότανε στα σπίτια μας, τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο. Και μ’ αυτή την ευκαιρία πλένανε οι μανάδες μας τα υφάσματα με καυτό νερό, σαπούνια και σόδες, να καθαριστούν, να λάμψουν πάλι τα χρώματά τους, και να εξαφανιστούν τα αυγά των κοριών και των άλλων ζωυφίων που ήταν μόνιμη αιτία να τυραννιόμαστε στον ύπνο μας χειμώνα καλοκαίρι, για όσους τα ξέχασαν.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΖΗΣΙΑΔΗΣ, Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι, Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s