Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης

Στην πολύχρωμη, πολύγλωσση και πολυεθνική Θεσσαλονίκη ζούσαν Εβραίοι, Τούρκοι, Έλληνες, Αρναούτηδες, Σέρβοι, Αρμένηδες, Σλαβομακεδόνες, Βούλγαροι, Ρουμανόβλαχοι, Λαζοί, Καραμαλήδες, Ντονμέδες, Φράγκοι και Γύφτοι.
Οι άνθρωποι γνωρίζονταν από τις φορεσιές τους και από τα επαγγέλματά τους. Οι Αρναούτηδες ήταν καβάσηδες, λεμονατζήδες και χαλβατζήδες, οι Ηπειρώτες ήταν φουρνάρηδες και κουλουρτζήδες, οι Σέρβοι ζαχαροπλάστες και χτίστες, οι Αρμένηδες είχαν το μονοπώλιο του καφέ, οι Βλάχοι ήταν βοσκοί, γαλατάδες και αγωγιάτες, οι Γύφτοι αβδελλάδες, οι Εβραίοι χαμάληδες, υφαντές, φημισμένοι έμποροι.

 

Τα επαγγέλματα ήταν πολλά και κάποια εντελώς άγνωστα στις μέρες μας. Ποιος υπερτασικός γνωρίζει ότι βάζοντας βδέλλες στα ριζαύτια, προκαλεί ένα είδος αφαίμαξης που κατεβάζει την πίεση; Κι αν το γνωρίζει, δεν είναι πρόθυμος να το κάνει. Μα κι αν είναι πρόθυμος να το κάνει, πού να βρει βδέλλες;

 

Μιλάμε για τους γυρολόγους πουλητάδες, που το εμπόριό τους δεν στεγάζονταν σε μαγαζί. Έβγαιναν στη γύρα και διαλαλούσαν την πραμάτεια τους για να προσελκύσουν αγοραστές. Κάποιοι επαγγελματίες είχαν το στέκι τους σε συγκεκριμένες περιοχές ή πολυσύχναστα μέρη. Εκεί έκλειναν τη συμφωνία με τον πελάτη (ο χαμάλης, ο χρωματιστής) ή πρόσφεραν επιτόπου τις υπηρεσίες τους (ο φωτογράφος, ο λούστρος, ο μπαρμπέρης).

κουρείς
Μπαρμπέρηδες

Κάθε γυρολόγος είχε το είδος του. Άλλοι πουλούσαν διάφορα χρήσιμα πράγματα (υφάσματα, παντόφλες, καλάθια, σκούπες, σταμνιά, κιούπια, γλάστρες, χύτρες, κάρβουνα, ξύλα), άλλοι πουλούσαν είδη διατροφής (κρασί, λάδι, νερό, γάλα, γιαούρτι, αυγά, φρούτα και λαχανικά, κρέας, ψάρια, χαλβά, λουκούμια, μπουγάτσα, κουλούρια) και άλλοι αναψυκτικά ή ροφήματα (σαλέπι, λεμονάδα, μαντζούνια). Φόρτωναν την πραμάτεια τους στο κάρο, στο γαϊδουράκι ή στις πλάτες τους και τη διαλαλούσαν στις γειτονιές: ο κοσκινάς, ο καλαθάς, ο αυγουλάς, ο σταμνάς, ο σκουπάς, αλλά και ο κρεοπώλης, ο γιαουρτζής, ο λαδάς, ο κρασάς, ο καρβουνιάρης. Επαγγέλματα που χάθηκαν και ξεχάστηκαν.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 1916. Εβραίος πωλητής γλυκών
Εβραίος πουλητής γλυκών, 1916

 

Στην εποχή μας είναι αδιανόητο να αγοράσουμε κρέας, γλυκίσματα, γάλα ή γιαούρτι από πλανόδιο πωλητή. Τα νοικοκυριά της παλιάς Θεσσαλονίκης, όμως, αγόραζαν πρωί πρωί φρεσκοαρμεγμένο και ολόπαχο γάλα από τον γαλατά και το σούρουπο περίμεναν να βγει ο γιαουρτζής, για ν’ αγοράσουν χύμα γιαούρτι για το δείπνο.

 

Συνήθως ο πουλητής ήταν συγχρόνως και παραγωγός. Πίσω από κάθε πουλητή υπήρχε μια ομάδα ανθρώπων –η οικογένειά του– που δούλευε εξίσου σκληρά για την προμήθεια και την επεξεργασία των πρώτων υλών. Ο σκουπάς έφτιαχνε ο ίδιος τις σκούπες που πουλούσε, ο χαλβατζής τον χαλβά ή ο πατσατζής τον πατσά.
Ο καρβουνιάρης πήγαινε στα καμίνια και προμηθευόταν το κάρβουνο που πουλούσε στα νοικοκυριά.
Κάποιοι άλλοι επαγγελματίες δεν πουλούσαν πράγματα. Πουλούσαν τις υπηρεσίες και την τέχνη τους, όπως ο μπαλωματής που μπάλωνε τα παλιά παπούτσια, ο παπλωματάς που έξαινε το μαλλί ή το μπαμπάκι των παπλωμάτων και των στρωμάτων,  ο καρεκλάς που έπλεκε καινούργιες ψάθες στις καρέκλες, ο ομπρελάς, ο γανωτής, ο ακονιστής, ο μπαρμπέρης ή συνδύαζαν και τις δύο ιδιότητες (ο κοσκινάς πουλούσε καινούργια κόσκινα, αλλά διόρθωνε και τα παλιά).

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s