Η τραγική ιστορία ενός πατέρα

Στη μνήμη του Βελισσάριου

Η ιστορία ξετυλίγεται σε κάποιον προσφυγικό συνοικισμό. Tα γνωρίσματα των συνοικισμών κοινά. Μονοκάμαρες παράγκες με τσίγκο για σκεπή, που έμπαιναν μέσα τα στοιχεία της φύσης εκτός από τον ήλιο. Χωματόδρομοι, που τον χειμώνα βούλιαζες μέχρι το γόνατο στη λάσπη. Τα αποχωρητήρια ήταν κοινόχρηστα – ελεεινά παραπήγματα, εστίες μόλυνσης. H περίθαλψη ήταν ανύπαρκτη, τα φάρμακα σπάνιζαν. Η υγρασία τσάκιζε τα κόκαλα και οι ρευματισμοί χτυπούσαν και τους μεγάλους και τα παιδιά. Η φυματίωση και οι πυρετοί θέριζαν. Η παιδική θνησιμότητα ήταν τρομακτική. Ανεργία, αθλιότητα και μαύρη φτώχεια!


Ο Παύλος και η Παρασκευή από τότε που παντρεύτηκαν, πριν από οχτώ χρόνια, έμεναν σε μια ξύλινη παράγκα του συνοικισμού. Έκαναν τέσσερα παιδιά, τρία κορίτσια κι ένα αγόρι.
Ο Παύλος, ένας άνθρωπος άκακος, που κοίταζε τη δουλειά του και αγαπούσε το σπίτι του, ήταν πλανόδιος μανάβης. Τα χαράματα έζευε το άλογο στη σούστα κι έβγαινε στις γειτονιές για το μεροκάματο. Γυρνούσε το βράδυ κατάκοπος. Η Παρασκευή στο σπίτι με τα παιδιά.
Οι μέρες κυλούσαν ίδιες κι απαράλλαχτες και στερημένες, μέχρι που στην απέναντι παράγκα ήρθαν να κατοικήσουν καινούργιοι γείτονες. Η μάνα, ο πατέρας και ο γιος.
Ο γιος, ο Βαγγέλης ξεχώριζε. Ήταν νέος κι όμορφος. Και η Παρασκευή ήταν νέα κι όμορφη. Ο Βαγγέλης δεν ήταν ο πρίγκιπας του παραμυθιού, εκκενωτής βόθρων ήταν, αλλά κοντά σ’ αυτόν το όνειρό της για μια αλλιώτικη ζωή έπαιρνε σάρκα και οστά. Δεν άργησαν να τα μπλέξουν. Σφοδρός έρωτας!

Λένε ότι ο σύζυγος τα μαθαίνει τελευταίος. Και ο Παύλος τελευταίος τα έμαθε. Πρώτα βούιξε η γειτονιά κι ύστερα κάποιοι γείτονες τον έπιασαν και του είπαν να έχει τον νου του, γιατί πολλά ακούγονται για τη γυναίκα του και τον απέναντι. «Βγαίνουν ραντεβού, όταν φεύγεις, αλλά τον μπάζει και στο σπίτι σας».
Τους πίστεψε και δεν τους πίστεψε. Αποφάσισε να εξακριβώσει τι γίνεται και μια μέρα γύρισε στο σπίτι νωρίς το μεσημέρι. Βρήκε τα τέσσερα παιδιά να κλαίνε έξω από την παράγκα. Πήγε ν’ ανοίξει και η πόρτα ήταν μανταλωμένη.
— Η μαμά είναι μέσα με τον Βαγγέλη, τον αντικρινό, του είπαν.
Άρχισε να χτυπάει με δύναμη. Η πόρτα άνοιξε απότομα και πετάχτηκε ο Βαγγέλης κραδαίνοντας ένα μαχαίρι:
— Μην πειράξεις τη γυναίκα, γιατί θα ’χεις να κάνεις μαζί μου. Σε σκοτώνω και δεν σε πληρώνω! βρυχήθηκε κι έφυγε αγριεμένος.
Ο μανάβης μπήκε στο σπίτι του και πίσω του τα τέσσερα παιδιά. Βρήκε τη γυναίκα του μισόγυμνη στο κρεβάτι.
Δεν δημιούργησε σκηνή, ίσως να μην ύψωσε καν τη φωνή του. Της είπε μονάχα:
— Τι ήταν αυτό που έκανες; Δεν σκέφτηκες τα παιδιά σου; Συμμαζέψου κι άσ’ τους έρωτες.
Η απάντησή της ήταν ότι αυτή τον Βαγγέλη αγαπάει, τελεία και παύλα, κι άμα την παραζορίσει, θα του αφήσει τα ρημάδια του, τα παιδιά, και θα φύγει.

Ο Παύλος ίσως πίστευε ότι με την υπομονή και τη μαλακή συμπεριφορά θα την έκανε να γυρίσει στον ίσιο δρόμο. Εκείνη πάντως αποθρασύνθηκε. Οι δύο εραστές συνέχισαν τις σχέσεις τους φανερά πια. Προκλητικά.
Ο Παύλος έσκυψε το κεφάλι κι έδωσε τόπο στην οργή για τα παιδιά του, με την ελπίδα ότι κάποτε η μάνα τους θα συνερχότανε. Συνέχισε να ζεύει το άλογο στη σούστα κάθε χάραμα και να γυρίζει κατάκοπος κάθε βράδυ.

Παραμονή Δεκαπενταύγουστου, η Παρασκευή έφυγε απ’ το πρωί κι έλειψε όλη τη μέρα. Τα παιδιά, παρατημένα και νηστικά, τα είχαν περιμαζέψει οι γείτονες. Βρήκε τον άντρα της να την περιμένει αγανακτισμένος. Της είπε να σταματήσει πια τους έρωτες και να κοιτάξει το σπίτι και τα παιδιά. Του αντιγύρισε ότι δεν θέλει να τον ξέρει και ότι θα τον παρατήσει.
Ο Παύλος το ’νιωσε πως δεν ήταν λόγια τούτη τη φορά. Την είδε πως ήταν αποφασισμένη. Άμα λείψει η μάνα απ’ το σπίτι, τι θ’ απογίνουν τα παιδιά; Έπεσε στα γόνατα και την ικέτεψε να τα λυπηθεί. Τότε ήταν που τον έκανε κουρέλι:
— Για κοιτάτε έναν άντρα! Εγώ έχω αγαπητικό κι αυτός με παρακαλάει να μείνω κοντά του. Βρε, εγώ έχω ένα παλικάρι δυνατό κι όμορφο σαν τα κρύα τα νερά. Δεν θα κάτσω στο παλιοκάλυβό σου, να μαραζώσω μ’ εσένα τον γέρο.
Το ’πε και το ’κανε. Βρόντηξε την πόρτα πίσω της και πήγε να ζήσει στην απέναντι παράγκα.

Ο μανάβης εξακολούθησε να φεύγει τα χαράματα. Μόνο που τώρα έβαζε τα τρία μικρά παιδιά στη σούστα και τα έπαιρνε μαζί του, για να μη γυρίζουνε στους δρόμους. Το μεγαλύτερο το άφηνε σε μια καλή γειτόνισσα. Γυρνούσε το βράδυ και γινόταν και μάνα και νοικοκυρά.
Πόσα βράδια οι γείτονες δεν είδαν τη σούστα να ’ρχεται κι επάνω τα παιδιά να κοιμούνται αποκαμωμένα. Συμπονούσαν τον Παύλο και τον θαύμαζαν έτσι που φέρθηκε. Ούτε στην αστυνομία πήγε να κάνει μήνυση ούτε εκδίκηση γύρεψε. Την οικογένειά του αγωνιζόταν να κρατήσει. Πατέρας με το πι κεφαλαίο.
Τα παιδιά δεν είχαν καλοκαταλάβει τι γινόταν. Έβλεπαν τη μάνα τους να βγαίνει απ’ το απέναντι σπίτι,  έτρεχαν κοντά της, αλλά εκείνη τα ’διωχνε.

Η ζωή του Παύλου ήταν αγκομαχητό. Κι από πάνω είχε τις προσβολές και τους εξευτελισμούς από τους δύο εραστές.

Το πρώτο κιόλας πρωί μετά το φευγιό της, την ώρα που ο Παύλος ετοίμαζε τη σούστα, η γυναίκα του βγήκε στο παράθυρο και του φώναξε:
— Α να χαθείς, γουρούνι! Η γυναίκα σου, βρε ρεμπεσκέ, βρίσκεται σ’ αλλουνού την αγκαλιά κι εσύ δεν πήγες ακόμα να φουντάρεις στον μώλο; Δεν είσαι άξιος μήτε για φτύσιμο!
Εκείνος έσκυψε το κεφάλι και προχώρησε κρατώντας τα χαλινάρια του αλόγου του, χωρίς να βγάλει τσιμουδιά.
Αυτό γινόταν κάθε μέρα. Μόλις τον άκουγαν να έρχεται ή να φεύγει, έβγαιναν και τον ξεφτίλιζαν.
— Για κοίτα εκεί τον αφιλότιμο. Του πήρα τη γυναίκα και σκύβει το κεφάλι, όταν με βλέπει.
Ο Παύλος έσκυβε το κεφάλι και κοίταζε ν’ απομακρυνθεί γρήγορα. Όταν έδινε καμιά απάντηση, γίνονταν φασαρία.
Στο τμήμα τους είχαν μάθει πια. Ο αρχιφύλακας είχε συγκινηθεί από την τραγωδία του καλού ανθρώπου και προσπαθούσε να βρει μια λύση, για τα τέσσερα μικρά τουλάχιστον.
Λύση δεν βρισκόταν, μα ούτε αυτή η κατάσταση μπορούσε να συνεχιστεί άλλο. Παρατράβηξε και δεν θα είχε καλό τέλος.

Εκείνο το απομεσήμερο του Νοέμβρη, την ώρα που ο μανάβης ξεκινούσε με τη σούστα και τα παιδιά για να βγει στη γύρα, ο αγαπητικός στάθηκε στην πόρτα της παράγκας και άρχισε να τον κοροϊδεύει.
— Τράγο, ε τράγο!
Ο Παύλος γύρισε και του μίλησε:
— Βρε παιδί μου, γιατί δεν ησυχάζεις; Μου πήρες τη γυναίκα και δεν μιλάω. Τι άλλο θέλεις από μένα;
Εκείνος συνέχισε πιο προκλητικά.
— Γουστάρω να σε φωνάζω τράγο! Τράγαρε, ε τράγαρε!
Πίσω του η Παρασκευή γέλαγε κοροϊδευτικά.
Το μυαλό του δύστυχου θόλωσε. Τον έπνιξε η οργή και όρμησε καταπάνω του. Ο Βαγγέλης, γεροδεμένος, δεν έδωσε σημασία στην επίθεση· του ’δωσε μια σπρωξιά  και συνέχισε να τον περιπαίζει.
Με τη σπρωξιά ο Παύλος έπεσε πάνω στη σούστα. Άρπαξε το μαχαίρι από το κοφίνι με τα χόρτα, χύμηξε και του το βύθισε στο στήθος.
Δεν έβγαλε ούτε κιχ. Μόνο γούρλωσε τα μάτια και σωριάστηκε στο χώμα μπροστά στο κατώφλι. Έμεινε ακίνητος, ενώ από την πληγή έτρεχε ποτάμι το αίμα. Η μαχαιριά τον βρήκε λίγο κάτω από την καρδιά. Η Παρασκευή έμπηξε μια κραυγή κι έπεσε πάνω του. Ανάσαινε. Τον μεταφέρανε στο νοσοκομείο. Ο Παύλος, συντρίμμι, πήγε στο αστυνομικό τμήμα και παραδόθηκε.
— Σκότωσα τον χαλαστή του σπιτιού μου. Δεν ήθελα να τον σκοτώσω, αλλά αυτός και η γυναίκα μου διαρκώς με κοροϊδεύανε. Η κατάρα το ’φερε να θυμώσω και πάνω στον θυμό μου άρπαξα το μαχαίρι και τον χτύπησα. Οχτώ χρόνια που ζούσα με τη γυναίκα μου, ποτέ δεν της είπα κακό λόγο. Κι όταν ο αγαπητικός της απειλούσε να με σκοτώσει, εγώ υποχωρούσα. Δεν ήθελα να πάω φυλακή, γιατί έχω παιδιά. Τώρα αυτά συλλογίζομαι, που θα γυρίζουνε στους δρόμους, είπε με κλάματα.

Και πράγματι τα παιδιά γύριζαν στους δρόμους, τρομαγμένα και πεινασμένα. Το σούρουπο, κάποιο είχε την ιδέα να πάνε στο νεκροταφείο και να ζητήσουν να τους δώσουν κόλλυβα. Εκείνο το βράδυ θα δειπνούσαν με κόλλυβα, αλλά η καλή γειτόνισσα έψαξε και τα βρήκε και τα πήρε σπίτι της.
Όλη η γειτονιά ήταν με το μέρος του Παύλου. Κάποιοι πήγαν στο τμήμα, για να τον υποστηρίξουν.
— Καλός άνθρωπος, κύριε διοικητή. Τη δουλειά του και το σπίτι του. Άνθρωπο δεν έχει πειράξει, κακιά κουβέντα για κανέναν δεν έχει ξεστομίσει. Ένα κομμάτι μάλαμα. Αυτοί οι δυο να όψονται, που τον πήραν στον λαιμό τους.
Σπάραξε όλων η καρδιά, όταν πήγαν τα παιδιά να δουν τον πατέρα. Στριμώχτηκαν κοντά του, τον αγκάλιαζαν κι έκλαιγαν με λυγμούς. Ούτε ο Παύλος μπορούσε να κρατήσει τους λυγμούς του. Τ’ αγκάλιαζε όλα μαζί και τα φιλούσε:
— Παιδιά μου, παιδάκια μου!

Στο νοσοκομείο η Παρασκευή ζούσε το δικό της δράμα. Ο Βαγγέλης ήταν σε αφασία και οι γιατροί δεν έδιναν ελπίδες. Καθόταν δίπλα στο προσκεφάλι του, με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα και την αγρύπνια, του χάιδευε τα μαλλιά κι αναστέναζε:
— Δεν είναι κρίμα να χαθούνε τέτοια νιάτα;

Το κρεβάτι βρισκόταν στο βάθος ενός μεγάλου θαλάμου, με πολλούς ασθενείς και επισκέπτες. Ένας δημοσιογράφος, δήθεν επισκέπτης, πήγε κοντά και της έπιασε κουβέντα:
— Πώς έγινε αυτό;
— Ο κακούργος! Το κτήνος!
— Ε, όχι δα.
— Σώπα συ. Δεν ξέρεις τα βάσανά μου.
— Δεν πρέπει να βαρυγκομάς. Άντρας σου ήτανε.
— Μωρέ, ας τον είχα εδώ κι αν δεν τον πελεκούσα… Οχτώ χρόνια σκλαβιάς.
— Πότε κατάλαβες, κυρά μου, πως δεν σου έκανε ο άντρας σου;
— Χα, χα, χα! Χαζός είσαι, καημένε! Σαν γνώρισα κι αγάπησα κάποιον άλλον.
— Και γιατί βαλθήκατε με τον αγαπητικό σου να τον τρελάνετε τον δύστυχο; Δεν του έφτανε ο πόνος που του έφυγες; Έπρεπε ν’ ακούει το μακρύ σας και το κοντό σας;
— Ποιος είσαι; Θα σ’ το πω, όποιος κι αν είσαι. Θέλαμε να τον αναγκάσουμε να ξεκουμπιστεί από τη γειτονιά μας. Δεν θα βλέπαμε χαΐρι και προκοπή μ’ αυτόν τον γρουσούζη συνέχεια μπροστά μας. Αποφασίσαμε να τον κάνουμε ρεζίλι και των σκυλιών του δρόμου. Την πρώτη φορά, εγώ η ίδια βγήκα στο παραθύρι και, σαν έφευγε με τη σούστα, του φώναξα.
— Όχι γυναίκα του που είσαι, μα και ξένη να ήσουν έπρεπε να τον λυπηθείς.
— Δεν θέλουν λύπηση τέτοια γομάρια.
— Τα κακόμοιρα τα παιδιά σου; Δεν τα πονάει η καρδιά σου που τ’ άφησες στους πέντε δρόμους;
— Στο διάβολο κι αυτά! Όλα να χαθούν, φτάνει να γίνει καλά αυτός. Ακούς εκεί, μου συζητάς για παιδιά, σάμπως να μην μπορώ να κάνω αύριο όσα θέλω…

Μια γριά, που παράστεκε τον δικό της άρρωστο, πετάχτηκε αγανακτισμένη:
— Μωρή παλιογυναίκα, δεν σε γέννησε μάνα εσένα. Δράκαινα σε γέννησε!


Η ιστορία είναι αληθινή και στηρίζεται στα άρθρα εφημερίδων. Δεν μάθαμε ποια ήταν η μοίρα του Βαγγέλη και της Παρασκευής. Ο Παύλος ευτύχησε να δει τα παιδιά του αποκαταστημένα και να χαρεί εγγόνια. Η οικογένεια ξεπέρασε τη δυστυχία που τη χτύπησε. Οι απόγονοι ζουν σήμερα, μάλιστα ο εγγονός του Παύλου, που έχει το ίδιο όνομα με τον παππού του, έχει μεγάλη επιχείρηση. Αυτός είναι ο λόγος που αποσιωπούνται τα οικογενειακά ονόματα, η τοποθεσία, η χρονολογία και τα σχετικά άρθρα των εφημερίδων.


Λίγες μέρες μετά την παραπάνω ανάρτηση, με πήρε τηλέφωνο ο Βελισσάριος, φίλος, αναγνώστης και αυστηρός κριτής του Hellas Special,  για να μου πει πόσο του άρεσε και να μου δώσει συγχαρητήρια. Τον ευχαρίστησα και τον ρώτησα πειρακτικά:
— Δεν έχεις να μου κάνεις καμία παρατήρηση;
Βεβαίως και είχε. Όχι που θα του ξέφευγε.
— Έλεγξε αυτό που έχεις γράψει για την οδό Μακένζι Κινγκ της Αθήνας.
Μερικές μέρες αργότερα, ένα βραδινό τηλεφώνημα έφερε τη θλιβερή είδηση «τον χάσαμε τον Βελισσάριο». 
Στη μνήμη του αγαπημένου φίλου αφιερώνω το άρθρο που του άρεσε τόσο πολύ. 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s