Η εξέδρα του Φαλήρου και η αυτοθυσία ενός αινιγματικού μοναχού

Το Φάληρο ήταν ένα κοσμικό προάστιο με πολλή κίνηση. Το καλοκαίρι ήταν καταφύγιο δροσιάς για Αθηναίους και Πειραιώτες και τον χειμώνα, λόγω των κέντρων του και των δύο μεγάλων ξενοδοχείων, του Γκραντ Οτέλ και του Ακταίον, συγκέντρωνε την αριστοκρατία των δύο πόλεων.

«Σήμα κατατεθέν» του ήταν η περίφημη εξέδρα, τόπος αναψυχής, περιπάτου, συναντήσεων και γνωριμιών, αλλά και επίσημων εκδηλώσεων και τελετών. Η εξέδρα ξεκινούσε από την ακτή, έμπαινε μέσα στη θάλασσα σε μήκος 70 μέτρων και κατέληγε σε μια φαρδιά κατασκευή με δύο σκάλες για να πλευρίζουν οι λέμβοι που μετέφεραν τους επιβάτες των πλοίων που άραζαν στ’ ανοιχτά του φαληρικού όρμου. Είχε παγκάκια για να κάθονται οι περιπατητές και μικρές σκάλες για ν’ ανεβοκατεβαίνουν όσοι μίσθωναν πλεούμενα για βαρκάδα στον Σαρωνικό.

Την εξέδρα την κατέστρεψαν οι γερμανοί τον καιρό της Κατοχής. Το Γκραντ Οτέλ το ισοπέδωσε η χούντα. Τότε κατεδαφίστηκε και το μεγαλύτερο τμήμα του Ακταίον. Το υπόλοιπο γκρεμίστηκε στη δεκαετία του ’90.


Η ιστορία που θα διηγηθούμε συνέβη την εποχή του Μεσοπολέμου, που το Φάληρο έχει ακόμα την ομορφιά του και την περίφημη εξέδρα του. Είναι μια ιστορία αυτοθυσίας, που συνέβη τον Οκτώβρη του 1933.

Και να πώς έγιναν τα πράγματα:

Από την προηγούμενη μέρα είχε σοροκάδα. Φυσούσε δυνατά και η θάλασσα ήταν αγριεμένη. Τα κύματα έσπαζαν πάνω στα κράσπεδα της εξέδρας του Φαλήρου και στις προκυμαίες. Το Φάληρο είναι ανοιχτός όρμος κι όταν το πιάνουν νοτιάδες, γίνεται επικίνδυνο. Μέχρι να καλοσυνέψει ο καιρός, οι βαρκάρηδες έβρισκαν καταφύγιο στο Τουρκολίμανο. Εκείνη τη μέρα καμιά βάρκα δεν ήταν δεμένη στην εξέδρα. Πιο μακριά ήταν αγκυροβολημένα τρία σοβιετικά πολεμικά πλοία κι ένα εγγλέζικο.

Το απόγευμα κατέβηκε μία λέμβος από τη ναυαρχίδα «Κράσνι Καυκάς», στην οποία επέβαιναν πέντε ναύτες. Ήθελαν να βγουν στη στεριά, αλλά δεν υπολόγισαν σωστά τη σφοδρότητα της θαλασσοταραχής. Η βάρκα πήγαινε σαν καρυδότσουφλο. Μία ανέβαινε γέρνοντας επικίνδυνα και μία φαινόταν σαν να την είχαν καταπιεί τα κύματα. Στην εξέδρα βρίσκονταν τριάντα άνθρωποι, που είχαν σταθεί και παρακολουθούσαν σφιγμένοι. Η βάρκα είχε πλησιάσει αρκετά, τόσο που μπορούσαν να διακρίνουν την αγωνία στα πρόσωπα των Ρώσων ναυτών, που αγωνίζονταν με όλες τους τις δυνάμεις. Δεν είχαν απομείνει παρά λίγα μέτρα, όταν ένα μεγάλο κύμα αναποδογύρισε τη βάρκα. Οι πέντε ναύτες άρχισαν να κολυμπούν απεγνωσμένα. Οι τρεις τα κατάφεραν ν’ ανέβουν στην εξέδρα και να σωθούν. Οι άλλοι δύο όμως έμειναν να παλεύουν με τα κύματα.

Ο καλόγερος και οι δυο ναύτες
Οι δύο ναύτες κινδυνεύουν. Ο μοναχός παρακολουθεί τη σκηνή. Σκίτσο του Νάγου.

Αναταραχή και σύγχυση στην εξέδρα. Οι φωνές των παρισταμένων έκαναν κι άλλους να τρέξουν εκεί για να δουν τι γίνεται, για να βοηθήσουν αν μπορούσαν. Ανάμεσά τους αστυνομικοί, Έλληνες και Ρώσοι αξιωματικοί και διερμηνείς. Αλλά πώς να βοηθήσουν από μακριά; Ξαφνικά ακούστηκαν κραυγές κατάπληξης. Ένας καλόγερος που βρισκόταν από ώρα εκεί, έβγαλε το ράσο και τα παπούτσια του και ρίχτηκε στο νερό. Αμέσως βούτηξε ένας νέος –Έλληνας διερμηνέας, όπως έγινε γνωστό αργότερα– και τον μιμήθηκε ένας αξιωματικός της αεροπορίας.

Οι αστυνομικοί πέταξαν ένα σκοινί στο νερό. Ο καλόγερος άρπαξε τον έναν ναύτη, τον έδεσε με το σκοινί και αμέσως οι παριστάμενοι τον ανέσυραν στην εξέδρα. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο καλόγερος στράφηκε στο μέρος του άλλου ναύτη. Τον έδεσε με το σκοινί, αλλά καθώς τον τραβούσαν επάνω, ο άτυχος γλίστρησε και χτύπησε στο κράσπεδο. Τότε ο καλόγερος τον σήκωσε, τον φόρτωσε στη ράχη του και με τη βοήθεια των άλλων δυο που είχαν πέσει στο νερό, τον ανέβασε. Φοβήθηκαν για τη ζωή του, γιατί ήταν αναίσθητος. Από την πτώση είχε τραυματιστεί στο κεφάλι. Ενώ οι Ρώσοι αξιωματικοί φρόντιζαν να στείλουν τους δύο ναύτες στο νοσοκομείο, ο καλόγερος έβαλε το ράσο και τα παπούτσια του, πήρε το βαλιτσάκι του κι ετοιμάστηκε να φύγει. Τον σταμάτησαν.

«Ποιος είσαι; Πες μας τουλάχιστον το όνομά σου».

«Τι το θέλετε;» απόρησε. Και στρεφόμενος προς τον αρχιφύλακα που τον ρώτησε, πρόσθεσε: «Δεν έχω πάρε-δώσε με την αστυνομία». Μιλούσε ελληνικά, αλλά η προφορά του ήταν ξενική.

Άνοιξε το βαλιτσάκι του κι έβγαλε ένα έγγραφο, το έδειξε στον αρχιφύλακα κι ύστερα το ξανάβαλε στη θέση του. Ο αρχιφύλακας όμως επέμενε.

«Πες μας το όνομά σου. Η πράξη σου πρέπει να επιβραβευθεί. Να γίνει γνωστή, να τη γράψουν οι εφημερίδες».

«Δεν χρειάζονται τέτοια πράγματα. Τι έκανα; Τίποτα δεν έκανα!», είπε και απομακρύνθηκε αφήνοντας πίσω του κατάπληξη κι ερωτηματικά.

«Είναι Ρώσος μοναχός του Αγίου Όρους», είπαν κάποιοι. «Το χαρτί που έδειξε στον αρχιφύλακα ήταν από τον Άθω, γραμμένο στα ρώσικα».

«Μιλάει καλά τα αγγλικά και τα ρωσικά», είπαν κάποιοι διερμηνείς που είχαν μιλήσει για λίγο μαζί του.

Ένας ανώτερος υπάλληλος της σοβιετικής πρεσβείας ζήτησε πληροφορίες και ρώτησε να μάθει τα ονόματα όσων βοήθησαν στη σωτηρία των ναυτών. Δεν μπόρεσε όμως να μάθει το όνομα του καλόγερου, αλλά ούτε και του Έλληνα διερμηνέα και του αξιωματικού της αεροπορίας, που προτίμησαν κι εκείνοι ν’ απομακρυνθούν διακριτικά.

Οι δύο ναύτες μεταφέρθηκαν ο ένας στο Ναυτικό Νοσοκομείο και ο άλλος στο Τζάνειο. Αργά τη νύχτα συνήλθαν, εκτός κινδύνου.

ρώσος ναύτης

Για την ιστορία, ας συμπληρώσουμε ότι ο Ρώσος ναύαρχος είχε μεταβεί στην Αθήνα με συνοδεία αξιωματικών και όταν γύρισε, προτίμησε να επιστρέψει στο πλοίο ναυλώνοντας ναυαγοσωστικό από τον Πειραιά, παίρνοντας μαζί και τους τρεις διασωθέντες ναύτες, γιατί η τρικυμία στο Φάληρο εξακολουθούσε σφοδρή μέχρι το πρωί.

Το μοναχικό σχήμα, η θαρραλέα πράξη και η ανωνυμία δημιούργησαν μεγάλο ενδιαφέρον για τον καλόγερο. Το μόνο που έγινε γνωστό ήταν η ρώσικη καταγωγή του. Αυτό για τους δημοσιογράφους ήταν αρκετό. Διαπνεόμενοι από αντικομμουνιστικό μένος, πολλοί έβαλαν στα άρθρα τους σάλτσες για έναν γόνο αριστοκρατικής οικογένειας της Πετρούπολης, με υψηλή θέση στην τσαρική αυλή, ο οποίος δεν δίστασε να σώσει τους μπολσεβίκους ναύτες του «Κράσνι Καυκάς», κι ας ήταν θανάσιμοι εχθροί του, αφού μπολσεβίκοι ήταν αυτοί που σύντριψαν τους ουράνιους και επίγειους θεούς του, αντικατέστησαν το στέμμα και τον σταυρό με το σφυρί και το δρεπάνι, του πήραν ό,τι είχε και δεν είχε, και ανάγκασαν αυτόν, που ήταν ενσάρκωση της παλιάς Αγίας Ρωσίας, να φύγει διωγμένος από την πατρίδα του, καταδικασμένος να μην τη ξαναδεί ποτέ.
Η εφημερίδα Ακρόπολις ζητούσε να βρεθεί ο μοναχός και να τιμηθεί από την Ακαδημία.

Ποιος ήταν ο θαρραλέος μοναχός μαθεύτηκε γρήγορα. Μια δυο μέρες ύστερα από το περιστατικό, ένας εστιάτορας κι ένας μικροπωλητής του Φαλήρου είδαν να περνάει από την οδό Κεχαγιά, ένας καλόγερος. Ήταν αυτός! Τον πλησίασαν κι άρχισαν να τον συγχαίρουν για την πράξη του, εκείνος όμως άκουσε τους επαίνους με δυσφορία κι επιχείρησε και πάλι να φύγει. Πάνω στην ώρα εμφανίστηκε ο υπαστυνόμος. Οι δύο Φαληριώτες του εξήγησαν ποιος είναι ο μοναχός και ο υπαστυνόμος, επιμένοντας στις ερωτήσεις του, έμαθε ότι ο θαρραλέος αυτός άνθρωπος ήταν Ρώσος, γεννημένος στην Πετρούπολη, ονόματι Κωνσταντίνος Γκέσκοφ, 33 χρόνων και για πέντε χρόνια είχε μονάσει στο ρώσικο μοναστήρι του Αγίου Όρους. Είχε σπουδάσει θεολογία και συλλειτουργούσε στον ρώσικο ναΐσκο του Ναυτικού Νοσοκομείου του Πειραιά με τον εφημέριο  πατέρα Παύλο, διδάκτορα της θεολογίας και της φιλοσοφίας.

ΓΚέσκοφ έσωσε δύο ναύτες
Ο θαρραλέος μοναχός.

Έμενε σε μια ξύλινη παράγκα στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, που την αποκαλούσε «ησυχαστήριο». Εκεί τον επισκέφθηκαν δημοσιογράφοι και πλήθος κόσμου.
Στα συγχαρητήρια που του έδωσαν απάντησε:
«Απορώ πού βρίσκετε τη σπουδαιότητα στην πράξη μου. Έκανα απλώς το καθήκον μου».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s