«Μνήμη 58η – Με τον παπατζή» ένα δυνατό κείμενο του Άρη Σκιαδόπουλου

Άρης Σκιαδόπουλος 1.jpg
Ο Άρης Σκιαδόπουλος στον Νυχτερινό Επισκέπτη.

Τον καιρό που παρακολουθούσα τηλεόραση –στη χάση και στη φέξη, για να είμαι ειλικρινής– φρόντιζα να μη χάνω τον Νυχτερινό Επισκέπτη με τον Άρη Σκιαδόπουλο. Αργότερα, στη μεγάλη γειτονιά του διαδικτύου ήρθαμε σε επαφή και του εξέφρασα τα συγχαρητήριά μου. Νομίζω ότι, για ένα διάστημα, ήμουν η περίεργη που τον κυνηγούσε, μέσω του fb, να βγάλει από το αρχείο του τη συνέντευξη με τον ζωγράφο Κώστα Λούστα. Μία συνέντευξη που η αμεσότητα της συζήτησης και ο χειμαρρώδης λόγος με είχαν καθηλώσει. Την είχα γράψει στο βίντεο και πρόφτασα να τη δω μερικές φορές, προτού το μηχάνημα μασήσει ανεπανόρθωτα τη βιντεοκασέτα. Πίκρα!
Με τον Άρη Σκιαδόπουλο είμαστε φίλοι στο fb. Τα κείμενά του μου αρέσουν πολύ και παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον τις αναρτήσεις του. Ιδιαίτερα η σειρά με τις αριθμημένες μνήμες του με μαγεύει. Είναι ο τρόπος που γράφει, είναι τα θέματά του, είναι η αυθεντικότητά του· είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Μέχρι που έφτασε στη «Μνήμη 58η», για έναν παπατζή στο Μοναστηράκι. Είναι ένα κορυφαίο κείμενο, δυνατό, συγκλονιστικό, που δεν σ’ αφήνει να πάρεις ανάσα. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ένα από τα καλύτερά του.
Του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω στο Hellas Special. Μου την παραχώρησε αμέσως και πολύ ευγενικά.  Θα ήθελα να του εκφράσω και δημόσια τις θερμές ευχαριστίες μου.


Μνήμη 58η – Με τον παπατζή
του Άρη Σκιαδόπουλου

Μοναστηράκι για ρεπορτάζ:
Μαζεμένοι κάθε λογής τύποι γύρω από αναδιπλούμενο αυτοσχέδιο τραπέζι. Μαέστρος ένας τύπος χτικιάρης με μουστάκι νεωκόρου συνοικιακής ενορίας. Χαρακτηριστικά ξεπεσμένου νταβατζή και πορτιέρη τρίτης ποιότητας επαρχιώτικου σκυλάδικου. Κοντά του δυο «κράχτες» να συμμετέχουν με σικέ πονταρίσματα. Παρακολουθώ τις κινήσεις με την τράπουλα. Εντοπίζω τη φορά των δακτύλων και κάθε τόσο εντοπίζω που είναι ο παπάς, βοηθώντας τους παίχτες. Μια-δυο και μου την πέφτει ο ένας από τους δύο αβανταδόρους:
— Μάγκα, κόψε λάσπη!
— Γιατί; Ενοχλώ μήπως;
— Ρε, κόψε λάσπη που σου λέω! Έλα μην σε κάνω ένα με τη λάσπη!

Παρεμβαίνει τότε ο παπατζής:
— Άσε, ρε Μυτιά, το παλικάρι. (Και ως προς εμένα:) Κάτσε, ρε μάγκα, να τελειώσω. Σε θέλω.

Έκανα στην άκρη, στο αμίλητο πια. Παρέλαση έκαναν τα υποψήφια θύματα. Εγώ εκεί, στη μούγκα. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκα αναστάτωση. Ο ένας από τους αβανταδόρους μάζεψε το τραπέζι και χάθηκε στο στενό. Ο παπατζής μου έγνεψε:
— Πάμε.
Χωθήκαμε δυο στενά παρέκει σ’ ένα μικρό καφενεδάκι απόμακρο από περαστικούς.
— Καφεδάκι;
— Κερνάω εγώ.
— Δεν λέω όχι. Μου φαίνεσαι και φάτσα γνώριμη. Ηθοποιός;
— Δημοσιογράφος.
— Ε γεια σου… Σ’ έχω δει σ’ εκπομπή του Παπαδόπουλου, που χόρευες ζεϊμπέκικο. Σαν φυλακωμένος το χόρευες, αδερφέ μου. Σε χάρηκε η ψυχή μου. Τον παπά όμως πού τον έμαθες;
— Είχα ενα φιλαράκι συγγραφέα –τον Σουρούνη, δεν θα τον ξέρεις–  που ’παιζε τη ρουλέτα στα δάχτυλα. Κι ανάλογα με την φορά που ’ριχνε ο γκρουπιέρης, κι αφού πρώτα είχε μελετήσει τις κινήσεις του, τότε πόνταρε με μεγάλα περιθώρια κέρδους.
— Τι λε, ρε μάγκα, αυτό είναι πανεπιστήμιο σα να λέμε. Και δε μου λες… Πώς βρίσκεις να ’ουμε τον παπά; Γιατί άλλο παπάς, άλλο ρουλέτα..
— Κοίτα τώρα, μην κάνω και τον πολύ μάγκα, πρόσεξε: Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του χαρακτηριστική κίνηση. Είναι κάτι σαν δακτυλικό αποτύπωμα. Ένα έμπειρο μάτι μπορεί να συλλάβει ύστερα από παρατήρηση τη μικρή λεπτομέρεια που είναι διαφορετική από τον έναν στον άλλον.
— Τι λε, ρε μάγκα! Να σ’ έχουμε στα υπόψιν.

Παρακάτω είχε ένα μαγέρικο, που το ’χε συνήθειο ο Μπέης –έτσι μου συστήθηκε– να τρώει το μεσημέρι, γιατί εκεί τον κερνούσε ένα πιάτο φαΐ ένα ξηγημένο γκαρσόνι.
— Γουστάρεις να τσιμπήσουμε κάτι, να πουλήσω κι εγώ μούρη ότι είμαι μ’ έναν λεγάμενο της καλής κενωνίας;
— Κερνάω εγώ.
Κατεβήκαμε σ’ ένα υπόγειο που τρώγανε φάτσες ασύχναστες σε καθημερινά μαγαζιά του είδους. Ήρθε το γκαρσόνι, ένα παλικάρι που ακτινοβολούσε καλοσύνη.
— Καλώς τον Μπέη. Τι θα πάρετε;
— Πρώτα ο κύριος.
— Ό,τι γουστάρει η ψυχή σου, Μπέη.
— Δεν μου λες, ρε Παριανέ, έχεις καθόλου από κείνο το λεμονάτο με τηγανιτές πατάτες; Και μισό κιλό κρασάκι..

Ήρθε το λεμονάτο με το κρασάκι. Ήρθε κι κουβέντα για καθέκαστα. Πώς από τις φυλακές ανηλίκων μπαινόβγαινε ο Μπέης χρόνια τώρα από φυλακή σε φυλακή.
— Μη σου πω ότι την έχω καλύτερα από σπίτι μου, αφού έτσι κι αλλιώς σπίτι δεν είχα πότες μου. Κάποια κυρά με παράτησε ως ασυνόδευτο έξω από το Δημοτικό Βρεφοκομείο. Με δώσανε σε μια θετή εξώλης και προώλης. Χέσ’ τα τώρα, μη στα ζαλίζω. Το τι γαμήσι έφαγα στη μούρη, τι να σου λέω. Τη μέρα που την κοπάνησα σαν να λευτερώθηκε το είναι μου, αδερφέ. Ακολούθησα τον γνώριμο δρόμο. Πότε ύπνο σε παγκάκι, άλλοτε σε κάποια σούδα, σπάνια σε κάνα γιαπί.

Έλεγε, έλεγε και τι δεν είπε! Μια ζωή λίγο από Ζενέ, λίγο Μπουκόφσκι, λίγο Κέρουακ, κάτι από τα Παιδιά της Πιάτσας. Ο άνθρωπος δεν είχε απλά περάσει από φυλακή, αλλά ήταν ο ίδιος φυλακή. Ένα φεγγάρι γνώρισε την Κλάρα, που ’χε πέσει στην «παραμύθα». «Κι έκανε ένα γαμήσι άλλο πράμα, αδερφέ. Γαμιόταν κι έσκουζε σαν τη λυσσάρα. Η μόνη γυναίκα που μου την κάρφωσε στο δόξα Πατρί. Άλλο να πηδάς την Κλάρα κι άλλο οποιαδήποτε γυναίκα. Το κάτι άλλο. Την έβλεπα και μου μιλούσε το μουνί της. Άσε σου λέω…»

Είναι μία από τις συνομιλίες μου που έχω καταγράψει κι είναι ο μοναδικός άντρας που μου μίλησε τόσο τρυφερά για γυναίκα.
Μην πολυλογώ. Τελευταία φορά πήρε αποφυλακιστήριο από τις φυλακές της Πάτρας. Τον είχαν κλείσει μέσα για σωματική βλάβη και ληστεία. Πρόσφατη σχέση του ήταν μ’ έναν ομοφυλόφιλο, τη Φιφίκα, στη φυλακή. Ένα φεγγάρι έκανε στην ίδια φυλακή με τον Κοεμτζή.
«Ήταν ο αρχηγός της φυλακής ο Νικόλας. Δεν κουνιότανε κανένας πούστης μπροστά του. Μπεσαλής και παλικάρι. Γενικά στη φυλακή υπάρχει μπέσα, παρεξόν… Δεν υπάρχει χειρότερο μαρτύριο, αν μπεις για παιδεραστία και σε πάρουν μυρωδιά οι ισοβίτες. Την έχεις γαμήσει. Δεν σε παίρνουν σώο από τα χέρια τους. Τον σκοτώσανε στο ξύλο τον Δουρή. Να δεις πως κάνουν αν δουν φωτογραφία μικρού παιδιού. Μαζεύονται γύρω απ’ αυτόν που την κρατάει και την χαϊδεύουν λες κι είναι δικό τους παιδί. Άλλο να σου λέω κι άλλο να το ζήσεις».

Φάγαμε. Πλήρωσα κι ο Παριανός μας κέρασε γλυκό νεραντζάκι «από τη μάνα μου». Βγήκαμε έξω κι είχε λίγο που ’χε πέσει το φως.
— Γεια, ρε Άρη, εσύ κι η ζεμπεκιά σου!
— Γεια σου, Μπέη. Τώρα που μένεις;
— Δεν βαριέσαι. Όπου βρεθεί κεραμίδι. Αλλιώς πάλι φυλακή, όλο και κάποιο κρεβάτι βρίσκεται εύκαιρο.
— Κι η Κλάρα;
— Πάει αυτή. Αναρρόφηση.
Όχι, ρε πούστη μου!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s