Τάκου τάκου ο αργαλειός μου

Ξυπόλητο τάγμα-διασίδι
Από την ταινία «Ξυπόλητο τάγμα», 1953.

Βλέποντας την ταινία Ξυπόλητο τάγμα αναρωτήθηκα τι συμβαίνει σ’ αυτή τη σκηνή. Τι είναι αυτό που απλώνουν κατά μήκος του δρόμου και γιατί;
Η απορία μου λύθηκε, όταν είδα μια φωτογραφία από την παλιά Λευκάδα. Η λεζάντα έγραφε ότι στήνουν διασίδι για να υφάνουν. Και μάλιστα, αφού το διασίδι είναι λευκό, θα υφάνουν λεπτό ύφασμα, ίσως για κάποια προίκα.
Οι γυναίκες που ήξεραν να στήνουν διασίδι ή διάσιμο λέγονταν διάστρες.

Λευκάδα δεκ 60
Διασίδι στη Λευκάδα, δεκαετία του ’60.

Σε όσες παλιές φωτογραφίες είδα διάσιμο, όλες οι διάστρες είναι μεγάλης ηλικίας ή κάποια ηλικιωμένη καθοδηγεί τις νεότερες. Άρα το διάσιμο ήθελε μαστοριά και εμπειρία χρόνων. Ένα σχετικό άρθρο των Λευκαδίτικων Νέων, ανάμεσα στις άλλες πληροφορίες, αναφέρει και κάποιες ονομαστές διάστρες του νησιού.

Ιθάκη διασίδι λεπτ
Διασίδι στην Ιθάκη.

Το διάσιμο ήταν το τελευταίο στάδιο της επίπονης προετοιμασίας του νήματος, που άρχιζε από τη συλλογή της πρώτης ύλης: το κούρεμα των προβάτων ή το μάζεμα του βαμπακιού, της κάναβης, του λιναριού, του μεταξιού. Ακολουθούσε το ξάσιμο, το λανάρισμα, φτιάχνονταν οι τουλούπες, ύστερα έγνεθαν με τη ρόκα και με επιδέξιο και ομοιόμορφο στρίψιμο έκαναν νήμα, που το τύλιγαν, το έπλεναν, το έβαφαν και το ξανάπλεναν, για ν’ αρχίσει κατόπιν η κοπιαστική δουλειά της υφάντρας.

Ιθάκη Αλεξάνδρα-Βλάχου στα Ματζαράτα
Αργαλειός στην Ιθάκη. Οι μάλλινες κουβέρτες με τα γεωμετρικά σχέδια, όπως αυτή της φωτογραφίας, ήταν συνήθως δίχρωμες και λέγονταν καραμελωτές.

Στα παλιά χρόνια, από την ηπειρωτική χώρα ώς τα νησιά, πολλά σπίτια είχανε τον αργαλειό τους, που κάλυπτε τις ανάγκες της οικογένειας σε ρουχισμό, ασπρόρουχα, κλινοσκεπάσματα και σε άλλα υφάσματα του σπιτιού όπως τα κιλίμια, οι φλοκάτες, οι κουρελούδες ή οι μπάντες για τους τοίχους, αλλά και είδη που εξυπηρετούσαν τη εργασία, όπως οι λινάτσες, τα σακιά, τα σαμαροσκούτια, τα ταγάρια, τα δισάκια, οι ντορβάδες. Ο αργαλειός ήταν ξύλινος και δούλευε με τα χέρια και τα πόδια της υφάντρας που τον κινούσε. Ήταν αποκλειστικά γυναικεία υπόθεση. Οι θυγατέρες των οικογενειών ύφαιναν τα προικιά τους. Όσα νοικοκυριά δεν είχαν αργαλειό απευθύνονταν στις επαγγελματίες υφάντρες.

Ο αργαλειός ήταν όρθιος, κάθετος όπως των αρχαίων χρόνων, σταθερός καθιστός, που δεν μετακινούνταν, κινητός καθιστός, που μπορούσε να μεταφερθεί σε οποιοδήποτε μέρος του σπιτιού ή της αυλής, αργαλειός του λάκκου, απλός στην κατασκευή, που χρησιμοποιούνταν από τους νομαδικούς πληθυσμούς και τοποθετούταν έξω από την καλύβα και χαραρίσιος, όρθιος αργαλειός με ελαφρά κλίση, στον οποίον ύφαιναν δεύτερης ποιότητας είδη (σακιά, λινάτσες κλπ).

αργαλειός του λάκκου.jpg
Ο αργαλειός του λάκκου ήταν καθιστός αργαλειός. Η υφάντρα καθόταν σ’ ένα σκαμνί μέσα σ’ ένα λάκκο.
Κυκλάδες ίσως Μύκονος 1961
Κινητός καθιστός αργαλειός τοποθετημένος σε μυκονιάτικη αυλή, 1961.

Στην Κρήτη τον αργαλειό τον έλεγαν αργαστήρι. Όταν ο Πατούχας (ο ήρωας της ομώνυμης ηθογραφίας του Κονδυλάκη) πηγαίνει κρυφά στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του, τη βρίσκει να υφαίνει. Προσπαθεί να την αγκαλιάσει, αλλά εκείνη τον απωθεί από φόβο μην έρθουν οι δικοί της και τους κάνουν τσακωτούς. Κι όταν εκείνος ξαναμμένος της ορμάει, ο φόβος της Πηγής είναι μην σπάσει το αργαστήρι.
Το μεν αργαστήρι δεν έσπασε, αλλά τσακωτούς τους έκαναν.

Σε κάποια νοικοκυριά συναντάμε ακόμα και σήμερα μαλλινοσέντονα, πολύχρωμα χράμια, καραμελωτές κουβέρτες, μπάντες με βουκολικές ή άλλες παραστάσεις σαν πίνακες ζωγραφικής, από κάποια προίκα που κάποτε υφάνθηκε στον αργαλειό.
Τα χρώματα των υφαντών, στο πέρασμα του χρόνου, διατηρούν τη λάμψη και τη δύναμή τους. Μια εποχή η μάνα μου έστρωνε τις γιορτινές μέρες πάνω στα κρεβάτια πανέμορφα χράμια, που της είχε χαρίσει η μάνα της από τα δικά της προικιά. Θαύμαζα τη διάταξη των σχεδίων και την πανδαισία των χρωμάτων, αλλά όταν ξάπλωνα πάνω τους, το άγριο μαλλί με αγκύλωνε. Αυτά τα χράμια υπάρχουν ακόμα, και παρ’ όλο που έχει περάσει ένας αιώνας από τότε που υφάνθηκαν, διατηρούν τη σταθερότητα και τα λαμπερά τους χρώματα. Τα νήματα βάφονταν με χρωστικές ουσίες, που οι παλιοί ήξεραν πώς να παίρνουν από τη φύση. Τα χρώματα του εμπορίου έπρεπε να είναι εξαιρετικής ποιότητας (άρα και ακριβά) για να δώσουν το αποτέλεσμα των φυτικών. Τα μοτίβα των υφαντών, είναι ένα μεγάλο, ενδιαφέρον και παμπάλαιο θέμα, από τον καιρό της Εργάνης Αθηνάς, για το οποίο έχουν γραφτεί πολλά βιβλία.

Ο Εντμόν Αμπού, στο βιβλίο του για το πρώτο ταξίδι του στην Ελλάδα, θαυμάζει την τέχνη και τα χρώματα των υφασμάτων, φτιαγμένων από τα χέρια των νοικοκυράδων ενός πάμφτωχου χωριού που επισκέφθηκε, και που εκείνες, μέσα στη στέρηση και την απελπισία τους, του πρόσφεραν για πούλημα όσο-όσο.

Τα υφαντά αντέχουν στον χρόνο και παραμένουν στέρεα χωρίς να χάνουν το αρχικό σχήμα τους. Σ’ αυτό εκτός από την ύφανση συντελούσε και το πλύσιμο. Τα βαριά μάλλινα (χράμια, κιλίμια, φλοκάτες) πλένονταν στη νεροτριβή. Με την πίεση του νερού το υφαντό έσφιγγε. Νεροτριβές υπάρχουν και σήμερα. Συνήθως έχουν μια επιγραφή ότι δεν επιτρέπεται η χρήση σαπουνιού. Τα ρούχα στροβιλίζονται και χτυπιούνται από το νερό με μεγάλη δύναμη και καθαρίζουν άψογα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s