Ο Γιάννης που «έγινε» Τζοάνα

Στη μνήμη της Γιάννας

Γιάννα

Η Τζοάνα δεν ήταν από πάντα Τζοάνα. Ήταν Γιάννα. Και πιο παλιά ήταν ο Γιάννης, που ζωγράφιζε πολύ ωραία. Ζωγράφιζε πριγκίπισσες με αέρινες φορεσιές και κομψές κυρίες, σκέτα φιγουρίνια.

Όταν τελείωσε το Γυμνάσιο, άφησε τα μαλλιά του να μακρύνουν. Πλούσια, ξανθοκόκκινα μαλλιά. Στην αρχή τα μάζευε κότσο. Ύστερα τ’ άφησε ελεύθερα στους ώμους. Εκείνη την εποχή οι άντρες με μακρύ μαλλί ήταν ή χίπηδες ή «τοιούτοι». Ο Γιάννης δεν ήταν χίπης. Οι χίπηδες ήταν μακρυμάλληδες και ατημέλητοι. Ο Γιάννης ήταν πολύ περιποιημένος. Έβγαζε τα φρύδια του, φρόντιζε το πρόσωπό του, τα μαλλιά του, τα νύχια του, την εμφάνισή του. Δεν άργησε να προσθέσει γυναικεία στοιχεία στο ντύσιμό του. Δεν ταίριαζε πια να τον λέμε Γιάννη και σιγά σιγά αρχίσαμε να τη λέμε Γιάννα, όπως της άρεσε άλλωστε. Ύστερα άρχισε να ντύνεται εντελώς γυναικεία.

Η Γιάννα ζούσε με τη μάνα της, τη Βούλα. Στο διπλανό διαμέρισμα έμεναν οι αδερφές της Βούλας και συχνά πυκνά τις επισκεπτόταν ο αδερφός τους, που ερχόταν από άλλη πόλη. Καμιά φορά ερχόταν από τη φυλακή, γιατί ήταν δηλωμένος της πάφα-πούφα κόμπανι και του ποτηράτου. Ήταν μια οικογένεια πολύ δεμένη. Τους ήξερα όλους, γιατί μέναμε στην ίδια πολυκατοικία. Μία θεία της Γιάννας ερχόταν στο σπίτι μας και κρατούσε εμένα και τον αδερφό μου, όταν ήμασταν πολύ μικρά και η μαμά μας δούλευε. Ο αδερφός μου δεν την ήθελε με τίποτα, γιατί τη θεωρούσε υπεύθυνη για την απουσία της μάνας μας. Εγώ που ήμουν μεγαλύτερη, καταλάβαινα ότι δεν έφταιγε αυτή. Ούτε τη συμπαθούσα ούτε την αντιπαθούσα. Εμένα, απ’ όλη την οικογένεια της Γιάννας, η αγαπημένη μου ήταν η Βούλα. Τα αισθήματα ήταν αμοιβαία. Η Βούλα ήταν μάνα, διαφορετική από τη δική μου με το βαμμένο ξανθό μαλλί της και το τσιγάρο στο χέρι, αλλά όπως και η δική μου ήταν γεμάτη στοργή.
Με τη Γιάννα μεγαλώναμε μαζί. Όταν ήμουν πρωτάκι, η Γιάννα πήγαινε στην έκτη δημοτικού. Εκείνη, με τις ζωγραφιές της, μ’ έκανε να θέλω να ζωγραφίζω κι εγώ έτσι όμορφα. Ζωγράφιζα, όπως κάνουν όλα τα πιτσιρίκια, αλλά η Γιάννα μου έδωσε το σπρώξιμο που χρειαζόταν για να γίνει η αρχή για άλλα πράγματα.
Με τη Γιάννα, λοιπόν, μεγαλώσαμε μαζί. Δεν παραξενεύτηκα όταν από Γιάννης έγινε Γιάννα. Πάντα Γιάννα ήτανε.

Αλίκη 7

Από το σπίτι της, τα απογεύματα ακούγονταν τραγούδια – τα σουξέ που έπαιζε το ραδιόφωνο. Τα τραγούδια της Αλίκης ακούγονταν πολλές φορές τη μέρα. Η Γιάννα, που λάτρευε την Αλίκη, είχε αποκτήσει πικάπ και δίσκους! Καμιά φορά ακούγονταν καυγάδες. Η φωνή της Γιάννας ακόμα ήταν μπάσα. Η φωνή της Βούλας ήταν επίσης μπάσα – αυτηνής από το πολύ τσιγάρο.

Η Γιάννα, όταν έβγαινε τα βράδια, ντυνόταν πολύ εντυπωσιακά, βαφόταν έντονα και τα μαλλιά ανέμιζαν μοιραία. Είχε κάνει ορμόνες, είχε αποτριχωθεί το πρόσωπο, είχε αποκτήσει στήθος και είχε βάψει τα μαλλιά κατάξανθα… Ήταν μία εκθαμβωτική ύπαρξη!

Η πολυκατοικία δεν έδειξε ούτε να σοκάρεται ούτε να ενοχλείται από τις αλλαγές της Γιάννας. Αν έγιναν κουτσομπολιά, που σίγουρα θα έγιναν, δεν βγήκαν έξω από τις κλειστές πόρτες των διαμερισμάτων. Η γειτονιά δεν την εχθρεύτηκε, στα φανερά τουλάχιστον. Η Γιάννα είχε τη σπάνια τύχη να έχει στο πλευρό της όλη την οικογένειά της και την εξυπνάδα να κρατήσει την ερωτική ζωή της μακριά από τον στενό κύκλο της γειτονιάς.

Ύστερα πήγε στην Καζαμπλάνκα για την επέμβαση. Τότε λεγόταν αλλαγή φύλου, σήμερα –σωστότερα– επαναπροσδιορισμός φύλου. Όταν γύρισε, διηγήθηκε στη μάνα μου την περιπέτειά της, μιλώντας της σαν νέα γυναίκα σε μια γυναίκα μεγαλύτερη. Κι όπως ήταν πληθωρική στους τρόπους και στην ομιλία της, της είπε τα πάντα με λεπτομέρειες και της έδειξε τη λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά. Η μάνα μου έπαθε πλάκα. Όταν ήρθε στο σπίτι, μας μετέφερε τη συνάντηση που είχε με τη Γιάννα. Την παρατηρούσα πολύ προσεκτικά. «Ανασήκωσε τα φουστάνια της και μου έδειξε έναν επίδεσμο», μας είπε. Μας είπε κι άλλα. Στην αφήγησή της δεν υπήρχε ίχνος κριτικής διάθεσης, αλλά συμπόνια για τους λαβύρινθους που πέρασε ένας άνθρωπος μέχρι να φτάσει εκεί που ήθελε και θαυμασμός για τη γενναιότητα που έδειξε.
Ήξερα ότι η μάνα μου ήταν μυστήριο τρένο, με τον Πόε της (Πόου, αν θέλετε), τον Όσκαρ Γουάιλντ της και τον Γιώργο Μαρίνο της, αλλά εκείνη τη φορά με αποσβόλωσε. Ένιωσα ότι είδε τη Γιάννα σαν δικό της παιδί. Έρχεται κάποια στιγμή που οι μανάδες δεν είναι μάνες μονάχα των δικών τους παιδιών. Κάτι τις κάνει μανάδες όλων!

Ο πατέρας μου πάρε δώσε με τον Πόε, τον Γουάιλντ και τον Μαρίνο δεν είχε. Ήταν δικηγόρος και ανέλαβε τα διαδικαστικά, ώστε να γίνει η αλλαγή της ταυτότητας. Επίσημα πλέον, για την πολιτεία και την κοινωνία, η Γιάννα ήταν γυναίκα και είχε γυναικεία ταυτότητα.

Σε λίγο καιρό την έχασα. Έφυγε από την πολυκατοικία, έπιασε δικό της διαμέρισμα και δουλειά κάπου στο Κολωνάκι (κομμωτήριο και καλά) και προτιμούσε να τη φωνάζουν Τζοάνα. Στη γειτονιά μας ερχόταν για να δει τη μάνα της και τις θειάδες της, πάντα αεράτη κι εντυπωσιακή, μ’ ένα μοβ αυτοκίνητο, από κείνα τα χαμηλά που αναπτύσσουν μεγάλη ταχύτητα. Η Βούλα ανησυχούσε για τη ζωή που έκανε η κόρη της.

Η Τζοάνα ξαναγύρισε στην πολυκατοικία, όταν παντρεύτηκε. Έπιασε ένα διαμέρισμα στο ισόγειο. Κάποια φορά που γυρνούσα αργά στο σπίτι, με τσάκωσε στα σκαλιά της εισόδου. Θα ήταν τρεις το πρωί.
— Έλα να σου φτιάξω καφέ, να γνωρίσεις τον άντρα μου, να δεις και το βίντεο του γάμου.
— Τέτοια ώρα, μωρέ;
— Γιατί; Νυστάζεις;
Δεν νύσταζα και πήγα. Η Τζοάνα ήταν η τέλεια γυναίκα! Με μια άσπρη ρόμπα, ελαφρά ανοιχτή για να ξεπροβάλλουν τα ατελείωτα πόδια, όταν έβαζε το ένα πάνω στ’ άλλο, και με το ξανθό μαλλί χυμένο στους ώμους, να το τινάζει όπως η Αλίκη, ήταν μία κούκλα. Η Αλίκη ήταν πάντα το είδωλό της. Ακόμα και το χτένισμα του γάμου ήταν ένα ιδιαίτερο χτένισμα που έκανε η Αλίκη, πολύ ανάλαφρο, χωρίς λακ, που κράταγε μόνο μισή ώρα. Με γλύκα, κέφι και γοητεία, με περιποιήθηκε σαν τέλεια οικοδέσποινα, χωρίς να σταματήσει να δείχνει διακριτικά την τρυφερότητά της στον σύζυγό της και σ’ ένα άσπρο κανίς, που είχε γίνει ένα με τα μαξιλάρια του καναπέ.
Ήταν μια πανέμορφη εικόνα, απ’ αυτές που φλουτάρουν με το διαζύγιο.

Ύστερα χαθήκαμε με τη Γιάννα. Εγώ άλλαξα σπίτι και η Γιάννα άλλαξε ζωή. Μετά, η Γιάννα άλλαξε σπίτι κι εγώ άλλαξα ζωή. Έμεινε η Βούλα στο διαμέρισμα του ισογείου μέχρι που κάποια στιγμή έφυγε κι αυτή.

Πηγαίνω συχνά στο πατρικό μου. Ανεβαίνω τις σκάλες και περνάω μπροστά από το διαμέρισμα του ισογείου. Είναι χρόνια κλειστό. Η πόρτα μαζεύει σκόνη και μπουκώνει από τα διαφημιστικά που ρίχνουν από κάτω. Τα μαζεύω και τα πετάω στην ανακύκλωση. Κάπου κάπου παίρνω ένα πανί και οβερλάι και καθαρίζω την πόρτα. Δεν θέλω το σπίτι να φαίνεται έρημο. Η Βούλα δεν θα γυρίσει ποτέ πια. Η Γιάννα όμως μπορεί να ξανάρθει.

Μιλάμε καμιά φορά στο τηλέφωνο. Προς το παρόν προτιμάει την ησυχία της επαρχίας και την ηρεμία της σπιτικής ζωής, συντροφιά με τη θεία της Άραγε θα ξανάρθει;

— Μετά από τόσα που κάναμε, ας ξεκουράσουμε λιγάκι αρθρώσεις και ισχία. Μπαίνουμε στην ηλικία που, και χωρίς να κάνουμε τίποτα, πονάνε. Ύστερα βλέπουμε!

Τέτη Σώλου
Οκτώβριος 2018


Τον Μάιο του 2019 η Γιάννα πήγε εκεί που δεν υπάρχει πόνος ούτε λύπη ούτε στεναγμός. Ο ανιψιός που ήρθε να φροντίσει το διαμέρισμα του ισογείου είχε την καλοσύνη να μου δώσει μία φωτογραφία της. Μου είπε ότι πρώτα έφυγε η θεία Άννα και ύστερα από ένα μήνα έφυγε η Γιάννα, χωρίς να ταλαιπωρηθεί από τον καρκίνο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s