Η Κατηφεδένια, το όραμα, η προφητεία, η φουφού, οι τηγανιτές μελιτζάνες και οι σπίθες στ’ άχυρα

Τον Οκτώβριο του 1931, ενώ η Θεσσαλονίκη ετοιμαζόταν να γιορτάσει πανηγυρικά τον άγιο Δημήτριο, οι εφημερίδες, με αφορμή την ίαση μιας κοπέλας που αποδόθηκε σε θαύμα του αγίου, επί μέρες έγραφαν για θαυματουργικές εμφανίσεις, ιάσεις και προρρήσεις.
Ένα από αυτά τα άρθρα παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον, ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος του, και το παρουσιάζουμε τώρα που συμπληρώνεται ένας χρόνος κι ένας αιώνας από τη φοβερή πυρκαγιά του 1917, γιατί αφηγείται πώς ξεκίνησε η συμφορά.
Ας δούμε το πρωτοσέλιδο των Μακεδονικών Νέων με ημερομηνία 14 Οκτωβρίου 1931.

Γράφει το άρθρο:
Στον περίβολο του παλιού βυζαντινού ναού του Αγίου Νικολάου του Ορφανού ήταν εγκατεστημένες μερικές οικογένειες προσφύγων από την Ανατολική Θράκη. Εκεί ζούσε και η Κατηφεδένια Στυλιανού, πρόσφυγας και ορφανή, που περιποιόταν τον ναό.

Ένα δειλινό των πρώτων ημερών του Αυγούστου του 1917 ανέβηκαν οι γυναίκες της γειτονιάς, για να παρακολουθήσουν την παράκληση. Όταν τελείωσε η παράκληση, αφού έφυγαν οι πιστές και αποσύρθηκε ο παπά-Νικόλας, η Κατηφεδένια μπήκε στον ναό για να σκουπίσει. Όταν τελείωσε το σκούπισμα, στάθηκε μπροστά στο Ιερό, για να προσκυνήσει πριν φύγει. Και τότε είδε την Ωραία Πύλη ν’ ανοίγει και άκουσε βοή και ψαλμωδίες. Έμεινε εκστατική και, πριν συνέλθει, είδε ένα όραμα που τη θάμπωσε. Μπροστά στην πύλη στεκόταν ένας καβαλάρης καταυγαζόμενος από φως και η σκοτεινή εκκλησία φωτίστηκε σαν να ήταν μέρα. Η Κατηφεδένια αποσβολώθηκε. Τότε ο καβαλάρης μίλησε με υπερκόσμια φωνή.
— Μη φοβάσαι. Είμαι ο άγιος Δημήτριος ο Θεσσαλονικεύς, προστάτης αυτής της πόλης. Εμφανίζομαι σ’ εσένα, για την ευσέβειά σου, για να σου πω ότι οι αμαρτίες πληθύνθηκαν στην πόλη μου και ότι μέγα κακό θα ενσκήψει σ’ αυτήν δια χειρός γυναικός.
Μόλις είπε αυτά τα λόγια, ακούστηκαν πάλι βοή και ψαλμωδίες, το φως έσβησε, ο άγιος εξαφανίστηκε και η Ωραία Πύλη έκλεισε μόνη της.
Η Κατηφένια σταυροκοπήθηκε κι ύστερα έτρεξε στο προαύλιο για να διηγηθεί αυτό που είδε. Ειδοποιήθηκε κι ο παπά-Νικόλας και μόλις έμαθε τα διατρέξαντα, τους μάζεψε όλους στον ναό, διάβασε ευχές κι έψαλε το τροπάριο του αγίου.

Κατά λέξη η συνέχεια του άρθρου:
«Μετ’ ολίγον όλη σχεδόν η συνοικία είχε συγκεντρωθεί εκεί και την επομένην θα συνέρρεεν η Θεσσαλονίκη ολόκληρος, αν δεν επηκολούθει η μεγάλη πυρκαγιά εντός της ημέρας.
Η επαλήθευσις της προρρήσεως
Πράγματι, την ημέραν εκείνην, 5ην Αυγούστου και περί ώραν 2.30 μ.μ. …»

Εδώ ας διακόψουμε την αφήγηση του δημοσιογράφου, για να πούμε ότι η Ελλάδα υιοθέτησε το νέο ημερολόγιο, το Γρηγοριανό, το 1923. 5 Αυγούστου είναι η ημερομηνία έναρξης της πυρκαγιάς με το Ιουλιανό Ημερολόγιο, που ίσχυε το 1917. Με το νέο ημερολόγιο η ημερομηνία έναρξης της πυρκαγιάς είναι η 18 Αυγούστου και αυτή αναφέρεται σε διάφορες συμμαχικές και άλλες ξένες πηγές, δεδομένου ότι οι ευρωπαϊκές χώρες είχαν υιοθετήσει το Γρηγοριανό Ημερολόγιο πολύ νωρίτερα από μας. Ας ξαναδώσουμε τον λόγο στον δημοσιογράφο από κει που τον σταματήσαμε, για να δούμε πώς αφηγείται την έναρξη της πυρκαγιάς:

«… μία πτωχή γυναίκα, πρόσφυξ και αυτή, κατοικούσα εις ένα χαμόσπιτο της συνοικίας Γιλάν Μερμέρ και εν τη οδώ Αγίου Δημητρίου, ηθέλησε να τηγανίσει μελιτζάνες, μόλις είχε φάγει για μεσημέρι. Γιατί αυτή η βία; Ούτε η ίδια κατόρθωσε να εξηγήσει κατόπιν εις την Αστυνομίαν όπου ανεκρίνετο πώς ήθελε να μαγειρεύσει, μετά το φαγητόν, δια το βράδυ. Κάτι είπε την έσπρωχνε να σηκωθεί επάνω και ν’ αρχίσει μαγειρεύουσα.
Ετοποθέτησε, λοιπόν, τη φουφού εις την μικράν αυλήν και ήναψε φωτιά, ενώ δε καθάριζε τες μελιτζάνες, αποτόμως ήρχισε να πνέει αέρας δυνατός.
Εις μίαν άκρην της αυλής και εις μικράν απόστασιν από την φωτιάν υπήρχον 3-4 δέματα ξηρού χόρτου ενός πρόσφυγος καραγωγέως, που έμενεν εις το ίδιον πτωχόσπιτον. Κάποιαν στιγμήν, λοιπόν, ο αέρας επήρε πολλούς σπινθήρας από την φουφού και τους ετίναξεν εις το χόρτον, το οποίον μετεβλήθη αμέσως εις πυροτέχνημα. Η πτωχή γυναίκα ήρχισε να κραυγάζει ζητούσα βοήθειαν. Εβγήκεν έξω εις τους δρόμους και έξαλλος εκάλεσε τους γείτονας και τους διαβάτας να σπεύσουν να κατασβέσουν το πυρ. Όταν μετ’ ολίγα λεπτά έτρεξαν πολλοί εις την αυλήν, ήτο αργά πλεόν. Το πυρ κατακαύσαν το χόρτον είχε μεταδοθεί εις κάποιον υπόστεγον ξύλινον και αι φλόγες περιέβαλλον ήδη το μικρό σπιτάκι. Μετ’ ολίγας ώρας το μέγιστον μέρος της πόλεως είχε μεταβληθεί εις ερείπια καπνίζοντα και 80 χιλιάδες Θεσσαλονικέων ήσαν άστεγοι εις τας εσχατιάς της πόλεως.
Ούτω επληρώθη η πρόρρησις του αγίου πριν ή παρέλθουν είκοσι τέσσαρες ώραι…».

Αυτή είναι η ιστορία που γνωρίζουμε για την έναρξη της πυρκαγιάς. Κάποια νοικοκυρά άναψε τη φουφού στην αυλή για να τηγανίσει μελιτζάνες, πετάχτηκαν σπίθες σε δεμάτια με άχυρο κι όπως φυσούσε μανιασμένα ο βαρδάρης, σε λίγο η φωτιά μαινόταν εκτός ελέγχου. Με μία διαφορά. Η πυρκαγιά ξεκίνησε από ένα προσφυγικό σπίτι της συνοικίας Μεβλανέ, στη συμβολή των οδών Κασσάνδρου και Ολυμπιάδος 3, απέναντι από την κρήνη Χορχόρ-σου, εκεί που βρίσκεται σήμερα η πλατεία Μουσχουντή. Η αριστερή φωτογραφία δείχνει το σημείο έναρξης της πυρκαγιάς. Στην δεξιά φωτογραφία είναι το ίδιο σημείο μετά την κατάσβεση.
Τραγική ειρωνεία είναι ότι η κρήνη Χορχόρ-σου ήταν σημαντικό κέντρο διανομής νερού και πίσω της υπήρχε μεγάλη δεξαμενή νερού.

 Τηγάνι ή καζάνι; Μελιτζάνες ή μπουγάδα;

Ο συλλέκτης Μάνος Μαλαμίδης, ιδρυτής και πρόεδρος του Ιστορικού και Συλλεκτικού Αρχείου Θεσσαλονίκης, που πολλές φορές έχει συνδράμει κι εμένα προσωπικά και το Hellas Special με φωτογραφίες και πληροφορίες, και ο φιλόλογος Ηρακλής Λούφης διηγήθηκαν την ιστορία με μια μικρή διόρθωση.

«Οι νοικοκυρές δεν τηγάνιζαν ψάρια, ούτε έφτιαχναν ιμάμ μπαϊλντί, αλλά έβαζαν καζάνι, δηλαδή ετοίμαζαν ένα μεγάλο καζάνι γεμάτο νερό, πάνω σε φωτιά με ξύλα για να κάνουν μπουγάδα. Βουτούσαν μέσα τα ασπρόρουχα μόλις ζεματούσε το νερό από τη φωτιά κι έριχναν σταχτόνερο, για να βγουν τα υφάσματα λευκά και λαμπερά.
Αυτή η διαδικασία γινόταν στις κοινές αυλές που σχημάτιζαν μαζί τέσσερα πέντε σπίτια. Σε κάθε γειτονιά υπήρχε ένα σημείο που οι νοικοκυρές έβαζαν καζάνι.
Εκείνο το απόγευμα, δύο γυναίκες προσφυγικής καταγωγής, η Παρασκευούλα Αδάμ και η Δόμνα Σαββόγλου, κατέβηκαν να κάνουν μπουγάδα. Σπίθες πετάχτηκαν λόγω του αέρα από το καζάνι της πρώτης προσφυγοπούλας, αλλά εκείνη το αντιλήφθηκε αμέσως, έσβησε την φωτιά, τελείωσε την μπουγάδα κι έπεσε να κοιμηθεί. Ύστερα προσπάθησε η δεύτερη να βάλει καζάνι, αλλά ο Βαρδάρης έσπρωξε και πάλι τη φωτιά στον αχυρώνα, που βρισκόταν δίπλα από το σημείο της μπουγάδας. Η γυναίκα δεν μπόρεσε να περιορίσει την φωτιά και αμέσως το σπίτι τυλίχθηκε στις φλόγες».

Οι δύο γυναίκες κατηγορήθηκαν για εμπρησμό. Πέρασαν από δίκη και αθωώθηκαν από το Πλημμελειοδικείο.


ΕΔΩ μπορείτε να διαβάσετε το χρονικό της φοβερής πυρκαγιάς του 1917, που κατέστρεψε την πανέμορφη Θεσσαλονίκη και άλλαξε για πάντα τη μορφή της. Και ΕΔΩ μπορείτε να δείτε μια συλλογή φωτογραφιών της πυρκαγιάς και των «καμένων».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s