Στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, το 1936, με ένα χρονογράφημα του Σταμ.Σταμ.

Οι καιροί αλλάζουν, τα νεκροταφεία υπάγονται στους δήμους, νέοι κανόνες μεταβάλλουν παλιές συνήθειες, το χρώμα και οι εκδηλώσεις του πένθους ατονούν, οι κηδείες και τα μνημόσυνα μετατρέπονται σε κοινωνικές υποχρεώσεις, ο δήμος επωφελείται οικονομικά, ομοίως η εκκλησία, οι παπάδες, ο καφετζής.
Ο Σταμ.Σταμ. κατέγραψε εικόνες, εντυπώσεις, σκέψεις και συναισθήματα σ’ ένα χρονογράφημά του συνθέτοντας μια πολύτιμη εικόνα των κοινωνικών αλλαγών και της Ευαγγελίστριας του 1936, όταν ακόμα γίνονταν ταφές.

 

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, Νοέμβριος
Θλιβερόν καθήκον μ’ έφερε μίαν ημέραν εις την Ευαγγελίστριαν της Θεσσαλονίκης, όπου το ελληνικόν νεκροταφείον.
Η πρώτη εντύπωσις ενός επισκεπτομένου το νεκροταφείον της Θεσσαλονίκης είναι η καταπάτησις του νόμου περί αδιαχωρήτου των σωμάτων.
[…] Μέσα εις τον μικρόν, σκονισμένον, εφθαρμένον και παλιόν ναόν του νεκροταφείου ψάλλονται μνημόσυνα και απ’ έξω, από τα γύρωθεν καφενεία και κέντρα της γειτονιάς, ηχούν και αλλαλάζουνε γραμμόφωνα.

* * *

Από τότε που έγινε ο νόμος, δι’ ου τα νεκροταφεία υπάγονται εις τους δήμους, πάει πλέον και η πίστις προς τους τεθνεώτας και ο σεβασμός προς την μνήμην των νεκρών.
Πρώτον απηγορεύθησαν τα μνημόσυνα εις τους άλλους ναούς και δεν επιτρέπονται παρά μόνον εις τον ναΐσκον του νεκροταφείου.
Έτσι, κάθε Σάββατον ή Κυριακήν, και δεν γνωρίζω ποίαν άλλην των ημερών της εβδομάδος, τα μνημόσυνα γίνονται όλα μαζί. Φουρνιές.
Δέκα, είκοσι, τριάκοντα δίσκοι με μίαν ευχήν, ένα μνημόσυνον, μίαν παρόρμησιν προς «αιωνίαν αυτών η μνήμη».
Και καθώς τα βλέπει κανείς όλα μαζί, δίσκους και δισκάρια, εις κάτι παλιοτραπεζάκια, μέσα εις τον ναόν, σου θυμίζουν τα καρβέλια του φούρναρη, που τα φουρνίζει ομαδικώς και τα ξεφουρνίζει με ταχύτητα, γιατί έχει και άλλα για τον φούρνο!

* * *

Απ’ έξω από τον ναόν μία επιγραφή ειδοποιεί τους πιστούς και τους «τεθλιμμένους»:
«Μην φέρνετε κηρία απ’ έξω».
[…] Παίρνομεν εντός του ναού κηρία, αλλά είναι αυτά κηρία; Είναι κηρία για ναόν, τα οποία έπρεπε να καίνε και ν’ αναπέμπουν εις τον Θεόν την ευωδίαν των ανθέων, που κουβαλούν οι μέλισσες;
[…] Είναι λίγδα χοιρινή, είναι παραφίνα, είναι, θα νόμιζε κανείς, στερεοποιημένη και μεταβεβλημένη εις κερί, η γλυερά ακαθαρσία των λαντζέρηδων εις τα ξενοδοχεία.
Λιγδώνονται τα χέρια σου, αισθάνεσαι να κρατείς κάτι το γλοιώδες, και αν στάξει κι επάνω σου, λερώνεσαι…
— Μόνον η Παναγία η Δέξια εις την Θεσσαλονίκην, μου λέγει κάποιος που εστέκετο πλησίον μου, καίει κηρία από πραγματικό κηρί. Όλοι οι άλλοι ναοί της πόλεως καίνε παραφίνα για οικονομία. […]

* * *

[…] Έπειτα μετά την κηδείαν, όχι επιστροφή όλων των τεθλιμμένων και συλλυπουμένων και συνθλιβομένων εις το σπίτι του νεκρού, αλλά δεξίωσις σε μία ανώγειο καμαρίτσα του νεκροταφείου.
Εκεί προσφέρεται καφές που γίνεται εις το από κάτω καφενείον του ναού, παξιμάδια ανούσια, μεγάλων παραγγελιών των επιτρόπων για όλες τις κηδείες και προαιρετικώς και κονιάκ.
Μόλις τελειώσει η διατύπωσις αυτή και πριν ταθούν τα χέρια δια το τελευταίον ψυχρόν και τυπικόν συλλυπητήριον, τείνεται ο λογαριασμός.
Καφέδες τόσοι επί τόσον.
Παξιμάδια τόσα επί τόσον.
Κονιάκ τόσα επί τόσον.
Υπηρεσία κλπ.
Δικαιώματα του ναού και… αιωνία του η μνήμη.
[…]

* * *

Γυρίζω μέσα εις τους τάφους του νεκροταφείου και διαβάζω τας επιγραφάς.
Πολλοί Μοναστηριώτες, πολλοί Κλεισουρίτες, πολλοί από το Τύρνοβον του Μοναστηρίου, από την Κορυτσάν, από το Κρούσσοβον, από τα εις ξένους περιελθόντα μέρη. Στρωμνιτσιώτες, Μελενικιώτες. Διαβάζω και ονόματα παλιά μακεδονικά.
Ντοσίκα Χατζηκώτσιου
Τζων Χατζηπαπάς
Νικόλαος Ζαμίτ
Μποζίκα Καρατάσσου

Κάτι άγγελοι με μαρμαρωμένα μάτια, ανοίγουν από πάνω τους τα βαριά τους πέτρινα φτερά. Χιλιάδες οκάδες μάρμαρο επί του τάφου με την σαρκάζουσαν επιγραφήν «Γαίαν έχοις ελαφράν»…
Παπάδες με άμφια λευκά γυρίζουν από μνήματος εις μνήμα, ως γενειοφόρες πεταλούδες, αναπέμποντες ευχάς και εισπράττοντες τον κόπον της δεήσεως ενδοπαλαμίως.

Προχωρώ έως των πτωχών τα μνήματα.
«Πληρώνουν», μου λέει κάποιος, «και εδώ εκατό δραχμές εις τον δήμον, άλλως δεν τους θάπτουνε!»
Ενοίκιον και μετά θάνατον;
Πώς δεν το εσκέφθηκαν οι έφοροι, για να τους φορολογήσουνε ως νέαν… ιδιοκατοικίαν;

Ένας φτωχός, σοφός, φαίνεται, και μερακλής άδει και μετά τον θάνατόν του προς τους διαβάτας:
Εσύ, ξένε, οπού περνάς
κι εδώ ολίγον στάσου
κι εσύ μια μέρα εδώ θα ’ρθείς
και στάσου και στοχάσου.

Από έναν διπλανόν τάφον κάποια νέα ύπαρξις μας ειδοποιεί:
Κι εγώ ’μουν ρόδο μια φορά
και τώρα εδώ λυώνω,
δεν πρόφθασα να ιδώ χαρά
και γνώρισα τον πόνο.

Το ρεφρέν της ζωής της ανθρωπίνης. Ως να την καταλάβουμε και να την ιδούμε τη ζωή, μας συνεπαίρνει ο πόνος…

Μία κηδεία έρχεται. Προηγείται λιβανίζων ο παπάς.
— Άμωμοι εν οδώ…
Μα εξαπολύεται το άγριο και ξαφνικό του διπλανού καφενείου σκούξιμο του φωνογράφου και τα σκεπάζει όλα.
Ξεχνάει η μοίρα τους ανθρώπους,
τα φύλλα αφήνουν τα κλαδιά, 
τ’ αηδόνια πάνε σ’ άλλους τόπους, 
μα δεν ξεχνάει κι η καρδιά.

Μα δεν ξεχνάει κι η καρδιά; Ποιος το είπε; Δεν ρωτάτε και τους πεθαμένους, κύριε φωνογράφε, σας παρακαλώ;


ΕΔΩ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το χρονογράφημα του Σταμ.Σταμ. «Νεκροί και ζώντες στη Θεσσαλονίκη».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s