Ο πρόεδρος της Δεξαμενής

Ο πρόεδρος της Δεξαμενής

Λεγόταν Στέφανος Εμμανουήλ. Τον είχαν ανακηρύξει δια βοής πρόεδρο της Δεξαμενής – της Δεξαμενής που συγκέντρωνε μεγάλα ονόματα της πνευματικής ζωής του τόπου: Παπαδιαμάντη, Γαβριηλίδη, Βλαχογιάννη, Κονδυλάκη. Τους γνώριζε όλους και όλη η Δεξαμενή τον γνώριζε. Από γράμματα δεν ήξερε πολλά, αλλά αγαπούσε τη φιλολογία και η μεγάλη του ευχαρίστηση ήταν να βρίσκεται κοντά στους ανθρώπους του πνεύματος.
Τα βράδια που η Δεξαμενή είχε μεγάλη κίνηση και φασαρία, και ο Παπαδιαμάντης ήθελε να γράψει, ο πρόεδρος φώναζε στις παρέες:
— Να σιγήσουν οι όχλοι, είπα! Ο κύριος Αλέξανδρος γράφει!
Και γινόταν ησυχία, γιατί ήταν ο πρόεδρος και όλοι πειθαρχούσαν στις εντολές του.

Κάποτε είχε πάει στο Παρίσι. Κάθισε σ’ ένα καφέ κι έγραψε τις εντυπώσεις του σ’ ένα λακωνικότατο γράμμα που έστειλε στον Παπαδιαμάντη.
Κυρ-Αλέξανδρε, 
Σου γράφω από το Παρίσι. Ήλθα. Είδα. Μεδέν ο κόσμος.
Στέφανος

Τον κυρ-Αλέξανδρο τον γνώριζε καλά και πολλές φορές του είχε κάνει το τραπέζι στο σπίτι του.
— Ου, τι έγραφε ο χριστιανός αυτός! Γραψίματα να δεις! Αλλά δεν τον αφήνανε ήσυχο οι άλλοι οι μάγκες. Να, ο Γαβριηλίδης με το τριαντάφυλλο στην κομβιοδόχη, ο Κονδυλάκης, ο Παπαντωνίου, αυτή η παρέα. Όλο του λέγανε να πάει στη Σκιάθο. Εκείνος δεν ήθελε. Κι αυτοί τον ζορίζανε. Τι τους έφταιγε ο κακομοίρης;

Ο Στέφανος Εμμανουήλ είχε γεννηθεί στην Άνδρο το 1841. Εκτός από πρόεδρος της Δεξαμενής, είχε χρηματίσει επί πενήντα χρόνια πρόεδρος των αμαξηλατών. Την εποχή που τον επισκέφθηκε ο δημοσιογράφος –τον Φλεβάρη του 1931– ήταν ενενήντα χρονών, άρρωστος και δεν έβγαινε πια από το σπίτι του. Στις μνήμες του μπερδεύονταν οι λογοτέχνες, ο Τρικούπης, ο Δεληγιώργης, η έξωση του Όθωνα, η δολοφονία του Γεώργιου του Α στη Θεσσαλονίκη, η αχαριστία του κόσμου, οι άτιμοι και υποκριτές άνθρωποι που κάνανε κακό στον τόπο.
— Σε φινί. Δεν είναι πράγματα σωστά, σχολίασε και σε λίγο συνέχισε. Με βλέπεις; Είμαι κατά του πολέμου, των χρημάτων και της κρεωφαγίας. Ό,τι είχα και δεν είχα μου τα ’φαγε ο κόσμος. Έπειτα κι ένα άλλο. Κάθε φορά που γινόταν επιστράτευση, να σου και μου επιτάζανε το άλογό μου. Ακούς εκεί!

Ο δημοσιογράφος ζήτησε από τη σύζυγο του προέδρου μία φωτογραφία του για να τη δημοσιεύσει.
— Να μου την ξαναγυρίσεις, παιδί μου. Δεν έχω άλλη από δαύτη.

— Κύριε πρόεδρε, τι λέτε για τη σημερινή ζωή;
— Για τη ζωή; Σήμερα, είπες; Α, δεν μου αρέσουν διόλου τα έργα των σημερινών. Όλο φόρους, φόρους βάζουν. Άιντε τώρα να τα πάρουν. Από πού, ντε;

Ο γέρος πρόεδρος, κουράστηκε από τη συζήτηση, νύσταξε και αποκοιμήθηκε. Άραγε τον πήδησε τον χειμώνα του 1931;
Σε φινί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s