Η Τσικνοπέμπτη, ο μπαλνταφάς και ο Γήσης

Γήσης Παπαγεωργίου
Γήσης Παπαγεωργίου

Ο κύριος της φωτογραφίας είναι ένας πολύ γνωστός και εξαιρετικός σκιτσογράφος. Όταν παραιτήθηκε από πλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού, ασχολήθηκε με τη γελοιογραφία σε γνωστές εφημερίδες. Το λεύκωμα «Ελληνικοί πέτρινοι φάροι» που κρατάει ο Γήσης Παπαγεωργίου οφείλεται στην έρευνά του γύρω από τους πέτρινους φάρους και ολοκληρώνεται με δικά του σχέδια. Ερεύνησε και σχεδίασε τις στολές του Πολεμικού Ναυτικού από τον καιρό του Καποδίστρια ώς τις μέρες μας. Στη συνέχεια το ενδιαφέρον του τράβηξε η ελληνική παραδοσιακή φορεσιά και εδώ και δεκαοχτώ χρόνια ερευνά το θέμα και σχεδιάζει. 
Προτού τα κάνει όλα αυτά και άλλα πολλά σπουδαία πράγματα, ήταν ένα παιδί που ήθελε να ντυθεί καουμπόης, αλλά βρέθηκε μέσα στην «ξέμπαρκη» στολή του θείου του, να περνάει άσχημα σ’ έναν παιδικό χορό, ντυμένος στο περίπου ιππότης.

ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ σήμερα μου είπανε κι εγώ θυμήθηκα τότε παλιά που γινόντουσαν σαν και σήμερα οι «μπαλνταφάδες» εκ του ball d’ enfant, λέξις γαλλική, εφαρμογή εκτέλεση ελληνική.
Σ’ έναν τέτοιο, που ελάμβανε χώραν το 1948 ή 49 στην Εστία Ν. Σμυρνης, την παλιά, πάνω αριστερά στην αντίστοιχη πλατεία, με είχε πάει η μάνα μου για να ψυχαγωγηθώ κι εγώ με τα άλλα τα παιδάκια. Όλα ντυμένα μασκαράδες με ό,τι επέτρεπε η τότε εποχή: τσολιάδες, Αμαλίες, πειρατές και κυρίως καουμπόυδες. Τέτοιο ήθελα κι εγώ, καουμπόης με πουκάμισο καρό, μπότες, πλατύγυρο καπέλο, έστω το προσκοπικό του αδερφού μου το στραβωμένο, και πιστόλια τεμάχια δύο.

Τα ψυχαγωγούμενα παιδάκια σε ηλικίες ανάμεσα 8 έως 10 και πολλά μικρότερα, με το που μπαίνανε στην αίθουσα, αρχίζανε να ψυχαγωγούνται σε βαθμό κακουργήματος και κατάσταση ανάμεσα λύσσας, πανικού, υστερίας και εγκληματικών τάσεων. Βέβαια υπήρχε και η αρμόδια μουσική, από γραμμοφώνου, αλλά ποιος την άκουγε.
Η αναλογία των παρευρισκομένων συνοδών και συνοδευομένων ήταν περίπου τρία προς ένα, ήτοι μαμά οπωσδήποτε, με μία γιαγιά ή την θεία την ανύπαντρη ή κάποια άτεκνη γειτόνισσα και συμπληρωματικά η οικιακή βοηθός, που τότε παιζότανε πολύ στα αστικά κέντρα. Η τελευταία είχε υποχρέωση και καθήκον να κυνηγάει το ψυχαγωγούμενο παιδί να φάει, να μην ενοχλεί τη μαμά και να μην φτύνει τους δίπλα.
Εκεί κι εγώ μασκαρεμένος και καθήμενος παρά τη μαμά μου άνευ των λοιπών συνοδών, σε κατάσταση απελπισίας, μελαγχολίας και πικρού παραπόνου, καθ’ όσον η αμφίεσή μου ξέμπαρκος, άσχετη με το περιβάλλον και όλως ακατάλληλη για την ψυχαγωγία μου.
Στο μεταξύ, γύρω μου γινότανε χαμός από τα λοιπά ψυγαγωγούμενα συνομήλικά μου. Ένας λυσσασμένος πειρατής προσπαθούσε να βιάσει μια μπαλαρίνα, αλλά δεν ήξερε πώς, γιατί ήτανε μικρός ακόμα και δεν του είχε πει ο μπαμπάς του· ο απέναντι Ινδιάνος έφτυνε χαρτοπόλεμο στα μούτρα της γιαγιάς ενός καουμπόη , ο καουμπόης έτρωγε το γλυκό μιας Αμαλίας που έκλαιγε και άλλα τέτοια ωραία και ψυχαγωγικά της ημέρας, ένεκα η …τρελή αποκριά.
Το δικό μου το παράπονο;
Ιππότης, χρώματος ερυθρού, (βελούδο, παρακαλώ) με παντελόνι κολάν μέχρι πάνω από το γόνατο κι από κάτω –μα πολύ πιο κάτω– κάλτσα εποχής ασχέτου χρώματος αντί του προβλεπομένου ιπποτικού λευκού μέχρι την κάτω άκρη του παντελονιού. Στον λαιμό και κάτω από τον γαρδάλαμο (καρύδι ) δαντέλα μαδημένη και καπέλο ιπποτικό, ο Θεός να το κάνει. Κόκκινο κι αυτό, από χαρτόνι, επενδεδυμένο δια βελούδου ερυθρού με κάτι σαν φτερά στο από πάνω, μαδημένα εκ της παρόδου του χρόνου, κι από κάτω λάστιχο υπό μορφήν υποσιαγώνου (καπιτσάλι) για να μην πάρει ο αέρας το καπέλο. Ποιος αέρας, γαμώτο μου, αφού εκεί μέσα δεν φύσαγε;
Η στολή ανήκε στον θείο μου τον Χαρίλαο, μικραδερφό της μαμάς μου, ότε ο Χαρίλαος ήτο παιδάκι –δηλαδή στολή ιππότου κατασκευής, γούστου, νοοτροπίας κλπ του 1918 (τότε τελείιωσε κι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά αυτό ήταν μάλλον συμπτωματικό).
Με αυτή λοιπόν την αμφίεση είχα πάει κι εγώ να ψυχαγωγηθώ ως παιδί και ένεκα η ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ.
Φαντάζεστε την εικόνα; Ένας ιππότης βελουτέ, χρώματος ερυθρού, ακίνητος και γύρω χαμός και λύσσα. Σαν κερασάκι ήμουνα σε τούρτα που είχε πέσει από μπαλκόνι τρίτου ορόφου.
ΑΝΤΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ!


Και του χρόνου! Ευχαριστώ τον Γήση Παπαγεωργίου για το κείμενο που χάρισε στο Hellas Special και για τη λέξη «μπαλνταφάς», που δεν είχα ξανακούσει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s