Σερβική γιορτή στην κορυφή του Καϊμακτσαλάν

Τον Ιούλιο του 1936 ο Σταμ. Σταμ., μαζί με κάποιους εκλεκτούς Εδεσσαίους, ανέβηκε στην κορυφή του Καϊμακτσαλάν, για να πάρει μέρος στην ετήσια γιορτή στη μνήμη των Σέρβων πεσόντων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Για τη διανυκτέρευση της συντροφιάς στις σαρακατσάνικες καλύβες μιλήσαμε ήδη. Ας παρακολουθήσουμε τη συνέχεια στην κορυφή του πανύψηλου βουνού μέσα από κείμενα και σχέδια του Σταμ. Σταμ. 


Επάνω εις την υψηλοτέραν κορυφήν του Καϊμάκ-Τσαλάν και επί ελληνικού εδάφους, κατόπιν αδείας, οι Σέρβοι, μετά το τέλος του Ευρωπαϊκού Πολέμου, ήγειραν ένα μικρόν εις χωρητικότητα, μεγάλον όμως εις έννοιαν, ναόν με τρούλον αιχμηρόν, γοτθικόν υψιπετή, ο οποίος φαίνεται από μέγα μέρος της Δυτικής Μακεδονίας. Το ναΐδριον αυτό εκτίσθη εις ανάμνησιν των μεγάλων μαχών που εδόθησαν εκεί μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων και προς δόξαν της τελειωτικής νίκης των Σέρβων, απωθησάντων τους Βουλγάρους εις το Ντομπροπόλιε και τα άλλα υψηλά βουνά, τα υπέρθεν της Καράτζοβας, της Αλμωπίας της σημερινής.

Στην κορυφή του Καϊμάκ-Τσαλάν
Σχέδιο του Σταμ. Σταμ.

Ο ναός αυτός οικοδομήθηκε ως επί το πλείστον από υλικά του πολέμου, άχρηστα πλέον, τσιμέντα, συρματοπλέγματα, κάλυκας οβίδων, ράβδους σιδηράς κλπ.
Και αυτό ακόμη το βιβλίον της ειρήνης και της αγάπης «του σύμπαντος κόσμου», το Άγιον Ευαγγέλιον, ήτο επενδεδυμένον με τον χρυσίζοντα μπρούντζον κάλυκος οβίδος τεραστίας.

Κατόπιν εσκέφθησαν να τελούν εκεί δοξολογίαν εις μνήμην των πεσόντων, και πράγματι κάθε χρόνο εκεί πάνω γίνεται μια εορτή σεμνή και εθνική. Εις την εορτήν αυτήν παρίστανται αι στρατιωτικαί αρχαί του Μοναστηρίου, αι πολιτικαί αρχαί του Μοριχόβου, χωρικοί και χωρικαί ολίγοι –διότι μακρύς ο δρόμος και κακός– και από το σερβικό μέρος και από το ελληνικό.

Καθώς έγραφα και προηγουμένως, η κορυφή του Καϊμάκ-Τσαλάν ουδέποτε ησυχάζει. Εάν δεν την μαστιγώνουν πυρίνως κεραυνοί, εάν δεν την δέρνουν καταιγίδες, «χιονοδρόλαπα» όπως τα λεν οι Σαρακατσαναίοι, εάν δεν την σκεπάζει η ομίχλη, η βαθιά και πηχτή, δυνατοί άνεμοι, σαν ορμούν ακράτητοι από τα φαράγγια της και τις βαθιές κατωφέρειές της, τη σαρώνουν.
Άνθρωπος τότε δεν μπορεί να σταθεί ορθός εκεί.
Από τα πολλά χτυπήματα των κεραυνών ο τεράστιος μπρούντζινος σταυρός της κορυφής της εκκλησίας, παρόλα τα αλεξικέραυνα που του έχουνε οι Σέρβοι, κατεχτυπήθη, εζουλίσθη, ετσακίσθη, έγειρε και γυρμένος μένει χρόνια τώρα, σαν να υπετάγη και προσκύνησε στη μανία των στοιχείων.

[…] Πόσες αναμνήσεις από δω!
Το είδα τούτο το βουνό στον Ευρωπαϊκό τον Πόλεμο, όταν τα πάντα ήταν αναμμένα και καιγόντουσαν σ’ αυτά τα μέρη. Ένας πυροβολισμός και άναπτε το παν. Και το πύρινον κατόπιν κύμα εξετείνετο και σπούσε ηχούν παταγωδώς επάνω, απ’ άκρη σ’ άκρη, σ’ όλες τις κορυφογραμμές.
Εδώ οι Σέρβοι που διεξαγάγανε σκληρούς, πραγματικώς, αγώνας. Πόσες φορές δεν πήραν με τη λόγχη την κορυφή αυτή και πόσες δεν την ξαναπήρανε οι Βούλγαροι και πόσες πάλιν φορές δεν ξεσπούσε και την κάλυπτε το σερβικό το κύμα, ώσπου στο τέλος τους εξεδίωξε πέρα κατά τα βουνά της Καράτζοβας και εκράτησε.
Ήταν το πρώτο έδαφος, το σερβικό, που ελευθερώσανε οι Σέρβοι. Η πρώτη γης, η σερβική, που πάτησαν εκδικηταί και νικηταί.

Σέρβος στρατιώτης και υπαξιωματικός
Για τούτο θέλουν να δώσουν και στη γιορτή τους τόση επισημότητα.
Και για τούτο και ένας Σέρβος αντιστράτηγος, ο διοικητής των σερβικών στρατιωτικών δυνάμεων Μοναστηρίου, καταθέτων στέφανον επί του τάφου των πεσόντων είπε:
— Καϊμάκ-τσαλάνα (όπως το λεν αυτοί), συ είσαι το κλειδί της σερβικής ελευθερίας!


Σέρβος αρχιμανδρίτης

Η δοξολογία τελέστηκε από δύο Σέρβους ιερείς. Ο μικρός ναός ήταν γεμάτος από στεφάνια που είχαν κατατεθεί σε γιορτές προηγούμενων ετών, κρεμασμένα στους τοίχους, και από χωρικούς. Μερικοί, σύμφωνα με το παλιό έθιμο, πρόσφεραν ως αφιερώματα ποδίτσες μικρών παιδιών, χοντρές μάλλινες κάλτσες, μαντίλια και πετσέτες. Ο ναός δεν έχει τέμπλο και η ιεροτελεστία γίνεται φανερά. 
Οι Σέρβοι αξιωματικοί και στρατιώτες ήταν διαλεγμένοι ένας κι ένας. Ψηλοί, γεροί και εντυπωσιακοί με τους μακριούς στρατιωτικούς μανδύες τους. Ο σημαιοφόρος καθώς και ο αντιστράτηγος που είχε το γενικό πρόσταγμα της ημέρας ήταν παλιοί πολεμιστές της «Καϊμακτσαλάνας». Μετά την επιμνημόσυνη ακολουθία που έγινε στο ηρώο, άρχισαν οι λόγοι και κατατέθηκαν στεφάνια. Οι Σέρβοι στρατιώτες έστησαν χορό γύρω από το ηρώωο. 
Την ημέρα της γιορτής καταργούνταν ατύπως τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας πάνω στο Καϊμακτσαλάν. 


Ελευθέρως επιτρέπεται εις τους δικούς μας πολίτας να εισέρχονται εις στο σερβικόν το έδαφος, να επισκέπτονται τους σερβικούς στρατώνας και να καταβεί κανείς και εις του Μοριχόβου τα χωριά, εις απόστασιν, μέσα εις τον πράσινον κυματισμόν των χαμηλοτέρων του όρους κορυφών. Και τανάπαλιν.
Και μικροπωληταί εκείνην την ημέραν κυκλοφορούν ελεύθερα και δίνουνε και παίρνουν τα ελληνικά καπνά, τα οποία προτιμώνται από τους Σέρβους και πυκναγοράζονται, δημιουργουμένου ούτως ενός μικρού λαθρεμπορίου, το οποίον αμνηστεύεται χάριν της εορτής.

Χωρικοί από το Μορίχοβο

 

[…] Το ξαναείδα το Καϊμάκ-Τσαλάν ολίγον μετά τον πόλεμον. Είχε έρθει η άνοιξις. Τα χιόνια αρχίσανε να λιώνουν.
Απάνω η κορυφή γεμάτη σίδηρα, θραύσματα, τσακίσματα και μάσημα και φάγωμα και φτύσιμο χάλυβος και βράχων της μεγάλης, της πολεμικής φωτιάς. Οβίδες, σπαθιά, ντουφέκια τσακισμένα, σκουριασμένα, παγούρια, γυλιοί, αρβύλες σκοτωμένων που εξείχαν από το έδαφος, κάλυκες, φυσίγγια, μπαλάσκες, πηλήκια, συρματοπλέγματα, σίδηρα λυγισμένα, πέτρες καταθρυμματισμένες από τις κανονιές, όλη η εικών του αγρίου και αλλεπαλλήλου σπαραγμού.
Κατασκαμμένη η κορυφή, στρώμα επάνω της μάχης τα εφόδια.
Και ολοζώντανοι οι σκοτωμένοι Βούλγαροι.
Οι Σέρβοι είχαν θάψει τους ιδικούς των, αλλά τους Βούλγαρους αφήσανε ατάφους. Και το χιόνι και το κρύο τους διετήρησε σαν ζωνταντούς, θα έλεγε κανείς. Χονδροί και μεγαλόσωμοι, σαν δένδρων κορμοί ξεριζωμένοι και πεσμένοι, έτοιμοι να μιλήσουν.


Δεκαοχτώ χρόνια μετά την άγρια μάχη, το 1936, τα λείψανά της εξακολουθούσαν να βρίσκονται σκορπισμένα στην κορυφή του βουνού «παρόλον τον μέγαν αριθμόν τον οποίον εσήκωσαν οι Εβραίοι εργολάβοι των συμμαχικών ειδών». Η σκουριά έτρωγε σιγά σιγά το σίδερο και η γη χώνεψε τα σώματα των πολεμιστών. Όταν έγινε η εκταφή, τα μόνα που είχαν μείνει ανέπαφα ήταν τα άρβυλα, παρόλο που είχαν μείνει δεκαοχτώ χρόνια μέσα στη γη και στα νερά.
Ο καλοκαιρινός ήλιος έχυνε καθαρό φως πάνω στα θλιβερά υπολείμματα. Η γιορτή είχε τελειώσει και λίγο μετά το μεσημέρι ο κόσμος άρχισε να φεύγει.

Πολλοί είχαν κοντέψει να πάθουν ηλίαση, γιατί η μέρα ήταν από τις ελάχιστες ζεστές μέρες που είχε γνωρίσει το Καϊμακτσαλάν. Και συνέβαινε το εξής παράξενο. Ενώ τα πόδια πάγωναν από τα χιόνια, το κεφάλι ζεματιζόταν και κοκκίνιζε από τον ήλιο. 


Κάτω από τη λάμψη του θεού του ουρανού ο θάνατος είχε εκμηδενισθεί και δεν υπήρχε παρά μόνον η δόξα, το μέλλον, η ελπίδα και η ζωή.
Και τότε θυμήθηκα τα λόγια ενός Βουλγάρου αιχμαλώτου στα 1917, εδώ ακριβώς, σ’ αυτή τη θέση παρακάτω, μετά μια μάχη όπου συνελήφθησαν και οδηγούντο από Σέρβους στα μετόπισθεν. Έσκυψε να δέσει την αρβύλα του, που είχε λυθεί, και ο Σέρβος τον εκλώτσησε. Εκείνος, διαμαρτυρηθείς, κάτι του είπε. Ο Σέρβος τον εκτύπησε. Επενέβημεν και εκρατήσαμε τον Σέρβο. Του είπαμε ότι μια που παρεδόθη πια σ’ εμάς, είναι ένας εχθρός ακίνδυνος και άξιος του σεβασμού μας. Θελήσαμε να πούμε και δυο λόγια παρηγορητικά, σαν άνθρωποι, στον Βούλγαρο για την τοτετινή του αιχμαλωσία και κατάσταση.
Εκείνος μας απάντησε φιλοσοφώντας και καλαμπουρίζοντας, αλλά πιο πολύ φιλοσοφώντας:
— Οτ ροπ σε βράκια, οτ γροπ νε σε βράκια!
Δηλαδή, «από την αιχμαλωσία γυρίζει κανείς, από τον τάφο δεν γυρίζει».

Κατεβαίνοντας από το βουνό, ζητάω κανέναν τάφον τόσων αφανών και αγνώστων εργατών της νίκης. Των Ελλήνων εκείνων πολιτών –εκτός των μυριάδων στρατιωτών μας, που πολεμούσανε στα μέτωπα– που επέταξαν brusquement οι Γάλλοι και τους έστειλαν, αγγαρεύσαντες αυτούς, εδώ ψηλά να κουβαλάνε πολεμοφόδια και να φκιάνουνε τους δρόμους.
Πολλοί από τους Μακεδόνας τούτους –και ήσανε εκατοντάδες και ήσαν όλοι περασμένης ηλικίας– έμειναν εδώ ψηλά για πάντα. Αλλά πού είναι και τα μνήματά τους;
Ως αφανείς και περιφρονημένοι ήλθαν και ως αφανείς χαθήκανε και λησμονήθηκαν απ’ όλους… Συμμάχους και δικούς.
Και όμως αυτοί ήσανε που ανοίξανε, κάτω από του πολέμου τη φωτιά, τους δρόμους και περάσανε οι νικηταί και εκδικηταί και οι εορτασταί της νίκης.
ΣΤΑΜ. ΣΤΑΜ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s