Στο Καϊμακτσαλάν, στις σαρακατσάνικες καλύβες

Τον Ιούλιο του 1936 ο Σταμ. Σταμ., μαζί με κάποιους εκλεκτούς Εδεσσαίους, ανέβηκε στην κορυφή του Καϊμακτσαλάν, για να πάρει μέρος στην ετήσια γιορτή στη μνήμη των Σέρβων πεσόντων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.


Για τη γιορτή και για τον σερβικό ναό στην ψηλότερη κορυφή του Καϊμακτσαλάν μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ. Προς το παρόν ας σταματήσουμε μαζί με τη συντροφιά του στα σαρακατσανέικα καλύβια. 


Το Καϊμακτσαλάν είναι το δεύτερο μετά τον Όλυμπο ψηλότερο βουνό της Μακεδονίας, με υψόμετρο 2524 μέτρα. Στα σύνορα της Ελλάδας με τη Σερβία. Τον περισσότερο καιρό είναι σκεπασμένο με χιόνια. «Βασίλειο ληστών, θηρίων, χιονιών και κεραυνών, κομιτατζήδων, καταιγίδων, ερημιάς, ανέμων δυνατών, αρκουδόσκυλων και Σαρακατσαναίων το Καϊμάκ-Τσαλάν». Έτσι το περιγράφει ο Σταμ. Σταμ. και δίνει την πληροφορία ότι το όνομα είναι τούρκικο και σημαίνει «κλέφτης του καϊμακιού». Οι Τούρκοι έλεγαν ότι από το πολύ κρύο που κάνει εκεί πάνω χειμώνα-καλοκαίρι, το καϊμάκι κόβεται και χάνεται σαν να το κλέβει κάποιος. Οι Σαρακατσαναίοι διαφωνούσαν με την εξήγηση των Τούρκων, αλλά παραδέχονταν ότι ούτε αυτοί μπόρεσαν ποτέ να κάνουν καϊμάκι. Βούτυρο μονάχα.

Σαρακατσανέικη καλύβα
Σχέδιο του Σταμ. Σταμ., 1936

Η ανάβαση της συντροφιάς έγινε με αυτοκίνητο μέχρις εκεί που έφτανε ο αμαξητός δρόμος. Από κει και πέρα τρεισήμισι ώρες ανάβαση με τα πόδια στον απότομο και ξεθεωτικό ανήφορο, που έβγαζε στα καλύβια των Σαρακατσαναίων. Τα καλύβια αυτά, όπου ξεκαλοκαίριαζαν οι νομάδες «με χιλιάδες γιδοπρόβατα και σκυλιά θηρία», βρίσκονταν σε απάνεμες αναδιπλώσεις του Καϊμάκτσαλάν, 700 μέτρα κάτω από την κορυφή του. Όταν έφτασαν στον σαρακατσανέικο οικισμό είχε νυχτώσει για τα καλά. Τον Σταμ. Σταμ. και τη συντροφιά του υποδέχτηκε βαθύ σκοτάδι και τα άγρια αλυχτίσματα των σαρακατσανέικων αρκουδόσκυλων, που οσμίστηκαν ξένους.
Ο αστυνόμος, που νωρίτερα είχε υποσχεθεί ότι θα τους έβρισκε άνετα καταλύματα, πέρασε από τον οικισμό των Σαρακατσαναίων χωρίς να νοιαστεί να ειδοποιήσει κανέναν για τους επισκέπτες που θα έρχονταν τη νύχτα· φρόντισε μόνο να εξασφαλιστεί με τη συνοδεία του σ’ ένα κοντινό στρατιωτικό φυλάκιο «ελέγχου διαβάσεως υπόπτων». Οπότε οι Σαρακατσαναίοι, που όταν άνοιγαν τη νύχτα το παράθυρό τους για να δουν ποιος είναι στην αυλή τους, δεν ήξεραν αν θα συναντήσουν λύκο, κομιτατζή ή δημόσιο εισπράκτορα, σφάλισαν τις πόρτες τους, έσβησαν τις λάμπες τους και δεν φιλοξένησαν κανέναν. Επειδή όμως είχαν προβλέψει ότι θ’ ανέβαινε κόσμος για τη σερβική γιορτή, φρόντισαν να έχουν δέσει τα αρκουδόσκυλά τους και ν’ αφήσουν ανοιχτό το σχολείο, για να περάσουν τη νύχτα τους οι οδοιπόροι.

Η συντροφιά βολεύτηκε όπως όπως στο σχολείο, μαζί με τον δάσκαλο, και μια που δεν υπήρχαν ούτε σκεπάσματα ούτε κρεβάτια, άρχισαν να λένε ιστορίες για να περάσει η νύχτα.
Σχολείο και δάσκαλος σε σαρακατσανέικο οικισμό; Όχι ακριβώς. Η κρατική στοργή δεν έφτανε μέχρις εκεί. Την υποκαθιστούσε όμως η ιδιωτική πρωτοβουλία. Το σχολείο ήταν μια καλύβα που χρησίμευε ως αίθουσα διδασκαλίας και ταυτόχρονα ως κατοικία του δασκάλου. Τα αυτοσχέδια θρανία ήταν κοτρώνες και σανίδες. Ο δάσκαλος ήταν κάποιος γραμματιζούμενος, που τον νοίκιαζαν οι Σαρακατσαναίοι για να διδάξει πέντε γράμματα στα παιδιά τους· στα αγόρια, κυρίως. Του έδιναν μισθό και τροφή, την καλύβα που είπαμε, και κάμποσα ξύλα, γιατί ακόμα και το καλοκαίρι στο Καϊμακτσαλάν η ζέστη είναι καλοδεχούμενη. Όταν κατέβαιναν στα χειμαδιά νοίκιαζαν άλλον δάσκαλο. Τα προσόντα που ζητούσαν οι Σαρακατσαναίοι από τον δάσκαλο ήταν να ξέρει γράμματα και να είναι τίμιος άνθρωπος. Έτσι, δάσκαλος των παιδιών της πατριάς των Κεχαγιάδων, εκείνη τη χρονιά, ήταν ένας φοιτητής της Νομικής από την Έδεσσα. Δάσκαλος στον κοντινό οικισμό της πατριάς των Νανάδων ήταν ένας μελισσοκόμος, πρόσφυγας από τον Πόντο.
Οι ταξιδιώτες από την Έδεσσα θα πέρναγαν τη νύχτα στο πόδι, αν δεν τους αναγνώριζε ένας Σαρακατσάνος τσέλιγκας, θηρίο των βουνών και παλιός Μακεδονομάχος, που άνοιξε ένα αδειανό σπιτοκάλυβο και τους έδωσε βαριά στρωσίδια για να πλαγιάσουν, γιατί το βουνό δεν αστειεύεται. Τους άνοιξε και το σπίτι του και τους έκανε το τραπέζι δίνοντάς τους ό,τι είχε. Ψωμί, τυρί και σκόρδο.

Γάλα, τυρί, γιαούρτι, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και αυγά –αυτά ήταν τα φαγητά των Σαρακατσαναίων. Κρέας σπάνια έτρωγαν, γιατί μεγάλωναν τ’ αρνάκια από νεογέννητα και τα πονούσαν σαν παιδιά· δεν τα έσφαζαν, παρά μόνο στις πολύ μεγάλες γιορτές. Την άνοιξη και το καλοκαίρι που έβγαιναν οι τσουκνίδες, έφτιαχαν λαχανόπιτες, και μάζευαν βλίτα του βουνού για σαλάτα.
Παρόλο που η συντροφιά είχε προμήθειες μαζί της, έπεσαν όλοι με τα μούτρα στο σαρακατσάνικο τυρί και στο μαύρο ψωμί της γάστρας. Δύσκολη η ζωή των Σαρακατσαναίων, αλλά δυσεύρετες οι νοστιμιές τους για τους ανθρώπους της πόλης.

Τσέλιγκας του Καϊμακτσαλάν
Σχέδιο του Σταμ. Σταμ.

Το άλλο πρωί συνέχισαν τη δύσκολη ανάβαση για την κορυφή του Καϊμακτσαλάν, το Σαραντάβρυσο. Λένε πως το βουνό κατάκορφα έχει σαράντα βρύσες και πως είναι μυστήριο από πού έρχονται όλα αυτά τα νερά και αναβλύζουν σε τέτοιο μεγάλο ύψος. Ίσως από το πολύ χιόνι, που αρχίζει να πέφτει από νωρίς. Πριν φτάσει του Αγίου Δημητρίου, όλη η περιοχή είναι κάτασπρη.
«Το χιόνι στοιβάζεται εκεί, γεμίζει τις χαράδρες, φορτώνει τις κορυφές, θάπτει την εκκλησίαν που είναι στην υψηλοτέραν κορυφήν, αφήνοντας μόνον έξω για να φαίνεται τον αιχμηρό της τρούλον, τον υψηλόν, σκεπάζει και εξαφανίζει τα έλατα της προς το ελληνικόν βουνοπλαγιάς, ισοπεδώνει των Σαρακατσαναίων τα καλύβια και καταθάπτει άπαντα υπό την αφρώδη λευκότητά του και την βαριά του σιωπήν».

Στην κορυφή του Καϊμάκ-Τσαλάν.jpg
Η σερβική εκκλησία που χτίστηκε στην κορυφή του Καϊμακτσαλάν, στην ελληνική πλευρά, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σχέδιο του Σταμ. Σταμ.

Στην εκκλησία αυτή με τον αιχμηρό τρούλο κατευθύνονταν. Αλλά τώρα ήταν καλοκαίρι και το χιόνι ελάχιστο, μαζεμένο στα ανήλιαγα του βουνού. Παντού ήλιος, χαρούμενη μέρα και καθαρός αέρας. Καθώς ανεβαίνουν το τοπίο αλλάζει. Το βουνό αρχίζει να γίνεται φαλακρό από δέντρα. Στον δρόμο τους προσπέρασε καμαρωτός εκείνος ο αστυνόμος που διανυκτέρευσε στο φυλάκιο «ελέγχου διαβάσεως υπόπτων». Ανέβαινε έφιππος το μονοπάτι που οδηγούσε στην κορυφή, ενώ οι πεζοπόροι αγωνίζονταν να κρατήσουν την ισορροπία τους πάνω στο μαλακό και γλιστερό χορτάρι και να φτάσουν εγκαίρως στη γιορτή, γιατί έπρεπε να καταθέσουν και στεφάνι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s