Τι ρετσίνα κεχριμπάρι, ταβερνιάρη, ταβερνιάρη!

Το κρασί ήταν το νούμερο ένα κριτήριο της παλιάς ταβέρνας. Μερικοί ταβερνιάρηδες είχαν δικά τους αμπέλια και ο κράσος τους ήταν περιζήτητος. Άλλοι φέρνανε ξανθή ρετσίνα από τα Μεσόγεια και το Μενίδι. Το αγνό κρασί ήταν πόλος έλξης δυνατότερος κι από τον νοστιμότερο μεζέ. Οι κρασοπατέρες δεν πήγαιναν στην ταβέρνα για να φάνε, αλλά για να πιούν. Ένα στουμπιστό κρεμμύδι και μερικές θρούμπες ήταν για κείνους το εκλεκτό έδεσμα, που συνόδευε το κατοστάρι, το καρτούτσο, τη μισή. Εννοείται πως το κρασί πινόταν ανέρωτο και όσοι έκοβαν τη ρετσίνα με Σάριζα, περιφρονούνταν ως σαχλέ ολέδες και μπεκρήδες του γλυκού νερού.
Ο κρασοπατέρας συνήθως έπινε βερεσέ και ο ταβερνιάρης έγραφε τα βερεσέδια πάνω σε πλάκα με κιμωλία. Όταν ο κρασοπατέρας εξοφλούσε, ο ταβερνιάρης έσβηνε με το σφουγγάρι το χρέος.
Βρε Λινάρδο, ταβερνιάρη,
γράφ’ τα κάτω απ’ το σφουγγάρι.
λέει κάποιος πότης στον ταβερνιάρη, ζητώντας του, με άλλα λόγια, να μην γράψει το χρέος.


Το χασάπικο του ’36 «Στου Λινάρδου την ταβέρνα» του Τούντα ονομάζει μερικούς «αστέρες της ταβέρνας». Παπαρούνας, Βαρέλας, Μουρούνας, Σκόρδος ο τεμπέλης,  Θρούμπας, Τσιγγέλης, Νταμιτζάνας, Μαϊντανός, Μελιτζάνας, Ρέγγας, Μπαρδάκος, Νεροχύτης, Ταμπάκος, Χατζημπάμιας, Γαρδούμπας, Λάμιας,  Χατζηραπάνης, Παστουρμάς και Πεχλιβάνης. Ανάμεσά τους υπάρχουν και γυναίκες, η κυρα-Αγγέλω, η Φώτω, η Σταμάτα κι η κυρα-Πιπίνα.
Η ταβέρνα ήταν αντροκρατούμενη. Οι γυναίκες που πέρναγαν το κατώφλι της ταβέρνας ή ανήκαν στο κοινωνικό περιθώριο ή ήταν αγανακτισμένες σύζυγοι που πήγαιναν να μαζέψουν τον ανεπρόκοπο.
Η φιγούρα του κρασοπατέρα ήταν αναπόσπαστα δεμένη με την παλιά ταβέρνα. Ύφος νυσταλέο, πουκάμισο χωρίς κολάρο, αρειμάνιο μουστάκι, ισόβια πίστη στον Βάκχο και οχτάρια στον δρόμο από την ταβέρνα ώς το σπίτι ή ώς την επόμενη ταβέρνα.

Κατεβάζω τις μισές
κι ανεβαίνει ο βερεσές,
κι αρχίζουν τα παραπατήματα

και τότε πια βλαστήμα τα!

Δύο κρασοπατέρες της Πλάκας, 1931
Κρασοκατάνυξη σε ταβέρνα, 1931. Αριστερά είναι ο Γκάγκαρης, γνωστός κρασοπατέρας, που κάθε βράδυ γύριζε όλες τις ταβέρνες της Πλάκας και επιθεωρούσε το κρασί τους.

Ο Τίμος Μωραϊτίνης που έγραψε τον παραπάνω στίχο, έχει γράψει πολλά τραγούδια για την ταβέρνα, τη ρετσίνα και τους πότες, που αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν πολύ.
Τα όργανα της ταβέρνας ήταν το μαντολίνο, η φυσαρμόνικα, η οκαρίνα, το βιολί, το σαντούρι, το τουμπελέκι. Το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς είχαν κακό όνομα, γιατί συνόδευαν τα ρεμπέτικα, που ήταν τα τραγούδια του υπόκοσμου. Ο ήχος της λατέρνας ακουγόταν σε γλέντια και σε κρασοκατανύξεις. Πολλές κρασοκατανύξεις τελείωναν την ώρα που έβγαινε ο σαλεπιτζής.
Όταν απαγορεύτηκαν οι καντάδες, επειδή διατάρασσαν την κοινή ησυχία, η αστυνομία, με υπερβάλλοντα ζήλο, άρχισε να χώνει μηνύσεις στους ταβερνιάρηδες, γιατί τα άσματα διατάρασσαν την τάξη.
Το αγαπημένο όργανο της παρέας παρέμενε η κιθάρα, παρόλο «που απέθανεν εκ σαξοφωνικής γρίπης και τζαζμπαντικής πολιομυελίτιδος», όπως έγραψε στη Στήλη του Τζογέ ο Σώτος Πετράς τον Φλεβάρη του 1931.
Κιθάρα, που ’σαι συ γιατρός στ’ αμόρε
κι ο Ορφέας, βρε, σε ζήλεψε
κι η γλύκα του δικού σου του μινόρε
τις άρπες του ρεζίλεψε
.
Ο Τζογές ήταν κουτσαβάκης του Ψυρή, σύχναζε σε ταβέρνες, τιμούσε το κρασί, μιλούσε μάγκικα, συναναστρεφόταν μάγκες, αγαπούσε τη μουσική και το τραγούδι και απεχθανόταν τις αλλαγές που έφερε στην αθηναϊκή γειτονιά ο εκσυγχρονισμός.

Του Ψυρή και η Πλάκα ήταν κρασογειτονιές. Κάθε στενό και ταβέρνα. Τον Σεπτέμβριο τα βαρέλια έβγαιναν στον δρόμο για να ξεφουντώσουν, να καθαριστούν και να επιδιορθωθούν και τότε η μυρωδιά του ρετσινιού πλημμύριζε τη γειτονιά. Του Αγίου Δημητρίου έβγαινε το γιοματάρι.

ταβερνιάρηδες Ακρόπολις 11-9-1938 2
Σεπτέμβριος, η εποχή του τρύγου. Τα βαρέλια ετοιμάζονται να δεχτούν τις μουστιές.

Η πλακιώτικη ταβέρνα άφησε όνομα. Μια από τις παλιότερες ταβέρνες της Πλάκας ήταν η ταβέρνα του Δεσπότη, που άνοιξε το 1875. Είχε μεγάλη αποθήκη κρασιών και πελατεία απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα. Στην ταβέρνα του Δεσπότη δούλευε ένας τύπος που είχε το παρατσούκλι Κλώθος –το αληθινό του όνομα ήταν Παύλος Ντάντες– και κάποτε είχε κερδίσει ένα επικίνδυνο στοίχημα. Είχε στοιχηματίσει με τον Λουδοβίκο Φιξ (εγγονό του Φιξ που ίδρυσε τη γνωστή ζυθοποιία) ότι μπορούσε μέσα σ’ ένα βράδυ να πιει δεκατέσσερις οκάδες κρασί με μοναδικό μεζέ τέσσερα συκωτάκια. Και το κέρδισε χωρίς να σκάσει!

Παλιές ταβέρνες στην Πλάκα ήταν η Μουριά του Γριζά, που άνοιξε το 1868, και η υπόγεια Μαυροταβέρνα του Καζούρου, που άνοιξε το 1850.

Η παλιότερη και μακροβιότερη ταβέρνα της Αθήνας, με ιστορία εκατό και πλέον χρόνων, ήταν η ταβέρνα του Γιαβρούμ στου Ψυρή.


Το άρθρο αναδημοσιεύτηκε στο Κουτί της Πανδώρας.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s