Τα στρατοδικεία

 

Κείμενο του Ηλία Πετρόπουλου από το βιβλίο Πτώματα, πτώματα, πτώματα…

Στή διάρκεια του Ἀνταρτοπολέμου τά στρατοδικεῖα τῆς Θεσσαλονίκης δουλεύανε ρολόι. Μέ τόν ἴδιο ρυθμό δουλεύανε καί τά ἐκτελεστικά ἀποσπάσματα. Οἱ ἐκτελέσεις γινόντουσαν πίσω ἀπό το Γεντί-Κουλέ. Τά πτώματα τά ἔθαβαν ἐπί τόπου. Ἐκείνη τήν ἐποχή πίσω ἀπό τό Γεντί-Κουλέ ἦταν μιά ἀπέραντη ἐρημιά. Τά κοντινότερα σπίτια (Συκιές μεριά) ἀπεῖχαν τουλάχιστον πεντακόσια μέτρα.

Τά μοναδικά πράγματα πού ἔβλεπες πίσω ἀπό το Γεντί-Κουλέ ἤσανε τό γκρεμισμένο μνῆμα του Μπαμπά, ἕνα μαρμαρένιο κολονάκι καί μιά κερασιά. Αὐτός ὁ Μπαμπάς ἤταν κάποιος ἅγιος δερβίσης. Στον τάφο του ἔκαιγε ἕνα ἀκοίμητο καντήλι, πού το τροφοδοτούσανε μέ λάδι οἱ τοῦρκοι προσκυνητές (ἐρχόντουσαν ἀπό τήν Ξάνθη καί τήν Κομοτινή), ἀλλά καί δικές μας γριοῦλες. Τό κολονάκι φαίνεται να ἦταν κατάλοιπο ἀπό κάποιο ἄλλο μνῆμα. Ὅσο γιά τήν κερασιά λέγανε πώς ἐκεῖ, ἀκριβῶς μπροστά της, ἔστηναν τούς μελλοθάνατους.

Αριστεροί οδηγούνται προς εκτέλεση πίσω από το Γεντί Κουλέ 1947
Αριστεροί οδηγούνται για εκτέλεση πίσω από το Γεντί Κουλέ, 1947

Ἀπό τήν κερασιά καί πέρα, στά βορειδυτικά, ἡ ἐπιφάνεια της κακοτράχαλης γῆς (τῆς γεμάτης μπάζα ἀπό κάποιο παλιό βαρόσι) σχημάτιζε πολλές-πολλές καμπουρίτσες: ἤσανε οἱ τάφοι των τουφεκισμένων. Αὐτοί οἱ τάφοι δέν εἴχανε μήτε πλάκα, μήτε σταυρό, μήτε τίποτα. Ἡ κάθε μάνα ἤξερε τόν τάφο του παιδιοῦ της ἀπό ἕνα μικρό σημάδι (παλουκάκι, τοῦβλο, κονσερβοκούτι κτλ.). Κάπου-κάπου ἐρχότανε στο, ἐπισήμως ἀνύπαρκτο, Νεκροταφεῖο των Τουφεκισμένων μιά χαροκαμένη καί σιγόκλαιγε, ἐνῶ ἀπό τήν πίσω σκοπιά τῆς φυλακῆς ὁ χωροφύλακας κοίταγε μέ περιέργεια. Αὐτή ἦταν ἡ κατάσταση στο νεκροταφειάκι ἀπό το καλοκαίρι του ’49, πού κάπως κοπάσανε οἱ τουφεκισμοί, μέχρι τή νίκη του Πλαστήρα. Μέ τήν κυβέρνηση Πλαστήρα οἱ μανάδες ξεθάρρεψαν καί ἔχτισαν, μέσα σέ χρόνο ρεκόρ, ὅλους τούς τάφους. Αὐτή τή φορά ὁ τυχόν ἐπισκέπτης βρισκότανε μπροστά σ’ ἕνα πραγματικό νεκροταφεῖο. Μόλις ἔπεσε ὁ Πλαστήρας, ὁ διοικητής τοῦ Γ΄ Σώματος Στρατοῦ (τό γουρούνι!) ἔστειλε τήν μπουλντόζα πού κατέστρεψε διά παντός το σεπτό Νεκροταφεῖο τῶν Τουφεκισμένων Κομουνιστῶν. Καί σάν νά μήν ἔφτανε αὐτό, διέταξε (τό γουρούνι!) νά σπείρουν πάνω στούς τάφους κριθάρι.

Η στιγμή ακριβώς που πέφτουν χτυπημένοι από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος 1947
Η στιγμή ακριβώς που πέφτουν χτυπημένοι από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος

Ἒχω ἐπισκεφτεῖ ἄπειρες φορές τό Νεκροταφεῖο τῶν Τουφεκισμένων. Ἀπεχθάνομαι τήν ἐπίσημη ἱστορία, ὅπως μᾶς τήν πασάρουν στό σχολεῖο. Ἡ μαρξιστική ἱστοριογραφία εἶναι κι αὐτή ἐπίσημη καί γιαυτό τενεκεδένια. Στό Νεκροταφεῖο των Τουφεκισμένων τά παιδιάκια τῆς Κιουτσούκ-Σελανίκ (δηλαδή, τοῦ, ἐντός Ἀκροπόλεως, συνοικισμοῦ Ἑπταπυργίου) μοῦ ἔδιναν μαθήματα ἱστορίας. Αὐτά τά παιδάκια διέθεταν μιά πρόωρη γεροντίστικη σοφία. Σάν παιδιά πού ἤσανε ἔτρεχαν στό βουνό πίσω ἀπό τό Γεντί-Κουλέ, γιά νά παίξουν, γιά νά πιάσουν πουλιά, γιά νά καντηλιάσουν χαρταετούς. Συχνά, ἀπό διάφορες ἐνδείξεις καταλάβαιναν ὅτι τήν ἑπομένη θά ἐπακολουθοῦσε ἐκτέλεση. Κι ἔτσι τό ἄλλο πρωί τά ἔβρισκε στό πόστο τους, γιατί δέν ἤθελαν νά χάσουν τήν παράσταση. Σύμφωνα μέ τά λεγόμενά τους, μόνο στίς ὁμαδικές ἐκτελέσεις ἐρχότανε τό ἐκτελεστικό ἀπόσπασμα. Τίς ἐκτελέσεις μεμονωμένων κομουνιστῶν τίς ἔκαναν πάντα κατάδικοι κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου, πού, βέβαια, ἤσανε κάτι φονιάδες ἰσοβίτες, πού μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἐξασφάλιζαν ἀρκετές ἀβάντες.
Τά ἴδια αὐτά παιδάκια μοῦ ἀφηγόντουσαν (ξεκαρδισμένα στά γέλια) σκηνές ἀπό τίς ἐκτελέσεις. Λόγου χάρη, μοῦ εἶπαν πῶς ἑνός τουφεκισμένου τοῦ ἔφυγε ἡ τραγιάσκα ὅταν δέχτηκε τίς σφαῖρες, πῶς ἔσκυβαν οἱ λοχίες γιά νά δώσουν τήν χαριστική βολή, πῶς ἔσερναν τά πτώματα ὥς τόν παραδιπλανό τάφο κι ἄλλα τέτια φοβερά καί τρομερά. Οἱ διηγήσεις τῶν παιδιῶν ἦσαν ἐξαιρετικῶς πειστικές καί παραστατικές, χάρη στήν παντομίμα τους καί στίς κωλοτοῦμπες πού ἔκαναν.
Γύρο στό ’55 ἦρθε νά μέ συναντήσει, κρυφά, στή Θεσσαλονίκη ἡ Ἐντγκάρα Κλάνσκα, διευθύντρια τῆς ἑλληνικῆς ἐκπομπῆς τοῦ ΡΑΔΙΟ-ΠΡΑΓΑ. Τήν πῆγα νά ἰδεῖ το Νεκροταφεῖο τῶν Τουφεκισμένων. Κάτι παιδιάκια ἔστεκαν πλάι στούς γκρεμισμένους τάφους καί τά πλησιάσαμε. Παριστάνοντας τούς χαζούς, ρωτήσαμε τί εἶναι αὐτά τά σπασμένα μάρμαρα. Τά παιδάκια ἄρχισαν, με προθυμία, τίς μακάβριες ἀφηγήσεις. Ἡ Ἐντγκάρα πού ἤξερε θαυμάσια τή γλώσσα μας, ἄκουγε καταταραγμένη.
Τά στρατοδικεῖα τῆς Θεσσσαλονίκης καί τό Νεκροταφεῖο τῶν Τουφεκισμένων θά ἀποτελοῦσαν, ἐνδεχομένως, ἕνα καλό θέμα γιά μιά διδακτορική διατριβή. Ὁ τυχόν ἐνδιαφερόμενος θά μποροῦσε νά προσποριστεῖ ἄφθονα στοιχεῖα ἀπό τίς τοπικές ἐφημερίδες καί ἀπό τό ἀρχεῖο τῶν στρατοδικείων. Ὅσο για τόν ἀπαίσιας μνήμης βασιλικό ἐπίτροπο Ταμβακά θά χρειαζότανε μιά εἰδική ψυχαναλυτική μονογραφία.
Δέν ἐπιθυμῶ νά γράψω κάτι γιά τίς ἐκτελέσεις τῆς ὁμάδας τοῦ Μπελογιάννη καί τοῦ Πλουμπίδη, ἀφοῦ ὅλοι μας ξέρουμε τί συνέβη. Ἀλλά, τό βρίσκω ὠφέλιμο νά ξαναθυμηθοῦμε τήν μνημειώδη γκάφα τῆς ΑΥΓΗΣ, πού τήν ἑπομένη τῆς ἐκτέλεσης βγῆκε μέ τόν τίτλο: Ο ΠΛΟΥΜΠΙΔΗΣ ΦΥΓΑΔΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ (ἤ κάτι ἀνάλογο). Ἡ ΑΥΓΗ ἐξακολουθεῖ, πάντα, τήν ἔνδοξη ἠλίθια πολιτική της.
Δέν εἶμαι ἱστορικός. Ἄν μίλησα γιά πτώματα τό ἔκανα γιατί αὐτά τά πτώματα δέν μ’ ἄφηναν να κοιμηθῶ ἐπί εἴκοσι χρόνια. Τώρα πού γέρασα ἠρέμησα λιγάκι. Ἦταν ἡ πιό κατάλληλη στιγμή γιά νά μιλήσω γιά τούς σκοτωμένους πού εἶδαν τά μάτια μου. Πολύ περισσότερο πού, ἐγώ, δεν σκότωσα κανένα συνάνθρωπό μου.
Παρίσι, 26-29 Μαΐου 1988. Η.Π.


 


ΗΛΙΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ: Πτώματα, πτώματα, πτώματα…, Ἐκδόσεις Νεφέλη, 1990
Οι φωτογραφίες των μελλοθάνατων και της εκτέλεσης είναι από το Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης και τις δανείστηκα από το XYZ Contagion

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s