Βίλλυ Φριτς – ο αστέρας του σινεμά και το γιαπράκι του αστυνομικού δελτίου

Το Μάρτιο του 1933 ήρθε στην Αθήνα ο Βίλλυ Φριτς, γόης της οθόνης και αγαπημένος των γυναικών. Τον έφερε ο Θεοφάνης Δαμασκηνός, διευθυντής της Ελληνικής Κινηματογραφικής Ένωσης, και τον κινηματογραφούσε ο Μιχάλης Γαζιάδης σε κάθε του βήμα.

1933

Έμεινε στη Μεγάλη Βρετανία, επισκέφθηκε την Ακρόπολη, το Σούνιο, τον Μαραθώνα, το Δαφνί, μίλησε με θαυμασμό για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, για τη σύγχρονη Αθήνα και τους ανθρώπους της, παρακολούθησε ταινίες στο Σπλέντιτ και στον Απόλλωνα μαζί με τους θαυμαστές του, υπέγραψε άπειρες φωτογραφίες του που πουλιόνταν στο ταμείο του Σπλέντιτ, επισκέφθηκε γραφεία εφημερίδων, γνώρισε τον Δελαπατρίδη, είδε Καραγκιόζη κι έφυγε έχοντας δημιουργήσει εξαιρετικές εντυπώσεις και ακόμα περισσότερους θαυμαστές.

Νέος, κομψός, περιποιημένος, συμπαθητικός, χαμογελαστός, ευγενικός και όμορφος σαν τον Βίλλυ Φριτς ήταν και ο Παναγιώτης, ο δικός μας Βίλλυ Φριτς, το γιαπράκι του αστυνομικού δελτίου.

1933
1933

Εκμεταλλευόμενος τον ντόρο που έγινε με την επίσκεψη του ηθοποιού στην Ελλάδα και αξιοποιώντας την ομοιότητά του μαζί του, παρουσιάστηκε στην ιδιοκτήτρια ενός σπιτιού στο Παγκράτι ως υποψήφιος ενοικιαστής. Κρατώντας στο χέρι το όμορφο παλτό του, συστήθηκε ως Βίλλυ Φριτς, ηθοποιός, και τη χαιρέτησε με υπόκλιση και χειροφίλημα. Συζήτησε ευχάριστα μαζί της για διάφορα θέματα, είδε το σπίτι, ήπιε τον καφέ που τον τράταρε, δήλωσε ότι το ύψος του ενοικίου δεν τον ενδιαφέρει και τόνισε ότι οι δουλειές του πηγαίνουν πολύ καλά. Η κυρία δεν παραξενεύτηκε καθόλου που ο Βίλλυ Φριτς μιλούσε άπταιστα ελληνικά. Εκείνος πάλι, όταν έφευγε, την αποχαιρέτησε με υπόκλιση και χειροφίλημα και της έδωσε την υπόσχεση ότι θα περάσει την άλλη μέρα για να κλείσουν τη συμφωνία. Δεν παρέλειψε μάλιστα να της αφήσει και αυτόγραφο.
Η σπιτονοικοκυρά έμεινε καταγοητευμένη, αλλά ο υπηρέτης του σπιτιού την ειδοποίησε:
— Κυρία, ο κύριος αυτός, μόλις βγήκε στον δρόμο, άρχισε να τρέχει σαν τρελός.
Η κυρία διαπίστωσε ότι της έλειπε ένα επιτραπέζιο ρολόι αξίας και πήγε στην αστυνομία.
Το άψογο παρουσιαστικό του και η ομοιότητα με τον Βίλλυ Φριτς τού άνοιξε τις πόρτες κάποιων καλών αθηναϊκών σπιτιών. Το σύστημα της επιδέξιας αφαίρεσης αντικειμένων αξίας υπήρξε αποδοτικό.

Βίλλυ Φριτς Ελεύθερος άνθρωπος 25-3-1933.jpg
1933

Πριν αναβαθμίσει την καριέρα του ως Βίλλυ Φριτς, ο Παναγιώτης ήταν ένας απλός «ποντικός». Έμπαινε σε εστιατόρια και ταβέρνες και διάλεγε μια καλή θέση κοντά στην κρεμάστρα. Εκεί κρεμούσε το όμορφο παλτό του, ύστερα έδινε την παραγγελία του, έτρωγε, πλήρωνε, άφηνε γενναιόδωρο πουρμπουάρ στον σερβιτόρο κι έφευγε ξεκρεμώντας το παλτό του μαζί με το ρούχο που βρισκόταν από κάτω. Φυσικά φρόντιζε να το έχει κρεμάσει πάνω από κάποιο καινούργιο και καλό ρούχο. Η κλοπή ανακαλυπτόταν μετά από πολλή ώρα και κανείς δεν ήξερε ποιος την είχε κάνει.
Έμπαινε σε ξενοδοχεία και νοίκιαζε ένα δωμάτιο. Στη συνέχεια εξερευνούσε δωμάτια εύπορων πελατών και τους ξαλάφρωνε από όσα ρούχα μπορούσε να φορέσει. Γιατί δεν μπορούσε, βέβαια, να βγει από το ξενοδοχείο κρατώντας δέμα, αφού είχε μπει χωρίς αποσκευές. Οπότε, για να μην κινήσει υποψίες, τα ρούχα που έκλεβε τα φορούσε και αποχωρούσε ευγενικά.

Τον συνέλαβαν στα παλιατζίδικα την ώρα που διαπραγματευόταν να πουλήσει ρούχα. Δεν κρατούσε τίποτα στα χέρια του. Κάτω από το όμορφο παλτό του, όμως, φορούσε άλλο ένα παλτό και διάφορα ρούχα το ένα πάνω στο άλλο –πουκάμισα, γιλέκα, σακάκια, παντελόνια.
— Ήμουν φουσκωμένος σαν γιαπράκι, είπε  με χιούμορ.
Στη Γενική Ασφάλεια πέρασαν από μπροστά του διάφοροι για να τον αναγνωρίσουν. Όσους δεν ήταν σίγουροι τους βοηθούσε ο ίδιος με χαμόγελο.
— Και απ’ αυτόν έκλεψα.
— Και απ’ τον κύριο κάτι πήρα.
Είχε κλέψει συνολικά τέσσερις ντουζίνες κουστούμια.
— Γιατί φορούσες το ένα ρούχο πάνω στο άλλο;
— Πού θέλατε να τα βάλω; Σπίτι δεν έχω, φίλους σίγουρους δεν έχω. Τα φορούσα, λοιπόν, για να είμαι βέβαιος ότι δεν θα μου τα κλέψει κανείς, μέχρι να τα πουλήσω.
Ύστερα είπε στους αστυνομικούς:
— Μωρέ παιδιά, μην κάνετε φασαρίες. Αν δεν πεινούσα, δεν θα έκλεβα. Θα μπω στη φυλακή και θα ησυχάσω για λίγον καιρό από το βάσανο του ψωμιού.
— Κι Βίλλυ Φριτς τι σου ’κανε;
— Κι εγώ τι του ’κανα; Επειδή χρησιμοποίησα τ’ όνομά του; Δεν φαντάζομαι να τον πειράζει.

Ο Παναγιώτης Βίλλυ Φριτς έκανε μεγάλη εντύπωση και οι εφημερίδες γέμισαν μπόλικες στήλες με τις δραστηριότητές του. Ο Πωλ Νορ του αφιέρωσε μερικούς σατυρικούς στίχους, που δημοσιεύτηκαν στο πρωτοσέλιδο της Βραδυνής.

Βραδυνή 1933 Πολ Νορ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s