Ματωμένα Χριστούγεννα

Μία ταινία με την Έλλη Λαμπέτη για την Κατοχή και την Αντίσταση. Δεν είναι πολύ γνωστή, αλλά είναι ένας μικρός θησαυρός.

vlcsnap-00031.jpg
Γυρίστηκε το 1951, εφτά χρόνια μετά την απελευθέρωση και αντανακλά περισσότερο από τις μεταγενέστερες –και ενδεχομένως τεχνικά πιο άρτιες ταινίες– την εικόνα των ανθρώπων και της καθημερινότητας. Οι μνήμες είναι νωπές και η ταλαιπωρία δεν έχει φύγει ολότελα από τα πρόσωπα.
Στην ταινία αποτυπώνεται η ερμηνεία σπουδαίων ηθοποιών που έκαναν κυρίως θέατρο και ελάχιστα κινηματογράφο. Τυχεροί όσοι τους απόλαυσαν στη σκηνή! Οι νεότεροι γνώρισαν τις ερμηνείες τους χάρη στο ραδιοφωνικό θέατρο και στο μικρό πέρασμά τους από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Οι περισσότεροι ηθοποιοί της ταινίας είναι θεατρικοί.

Ησυχία, το έργο αρχίζει!


Απελευθέρωση. Ο καπετάν Νικόλας (Γιάννης Αποστολίδης) φτάνει στο λιμάνι του Πειραιά και ανεβαίνει στην Αθήνα για να ξαναβρεί τους δικούς του. Μπαίνει γεμάτος λαχτάρα στην αυλή, αλλά βλέπει ξένους ανθρώπους στο σπίτι του. Η γυναίκα του; Τα παιδιά του; Τι απόγιναν;

Η σπιτονοικοκυρά, κυρα-Όλγα (Αθανασία Μουστάκα), τον καλωσορίζει και αρχίζει να του εξιστορεί τα σκληρά γεγονότα της Κατοχής.

Παραμόνη Χριστουγέννων. Η Μαρία, η γυναίκα του (Λούλα Ιωαννίδου), είναι άρρωστη. Ο γιατρός (Κώστας Πομόνης) λέει εμπιστευτικά στον Γιωργάκη πως η ζωή της κρέμεται από μια κλωστή και πως χρειάζεται καλή τροφή. Με χόρτα, σταφίδες και ξυλόψωμο αποκλείεται να γίνει καλά.

Ο Γιωργάκης, ο έφηβος γιος (Κίμων Φλετός), από τότε που έφυγε ο πατέρας για τον πόλεμο, είναι ο άντρας του σπιτιού και φροντίζει για όλα. Είναι ανέμελος και ριψοκίνδυνος. Τώρα, αποφασισμένος να κάνει ό,τι μπορεί μαζεύει κάποια λιγοστά πράγματά του (δυο παιχνίδια κι ένα ζεστό ρούχο) και πηγαίνει να τα πουλήσει. Αντίο ανεμελιά κι αντίο ασφάλεια!

Ο παλιατζής (Δήμος Σταρένιος) δεν δίνει πάνω από 25 χιλιάδες. Το ποσό είναι πολύ μικρό. Φτάνει μονάχα για λίγα δράμια ψωμί. Αλλά απ’ το τίποτα καλό είναι κι αυτό.

Η κυρα-΄Ολγα συναντάει στη σχεδόν έρημη χριστουγεννιάτικη αγορά μια ομάδα τυφλών μουσικών που λέει τα κάλαντα. Στο πρόσωπο του ακορντεονίστα αναγνωρίζει τον Αντρέα, τον αρραβωνιαστικό της Ελένης (Νίκος Χατζίσκος), που όλοι ξέρουν ότι σκοτώθηκε στην Αλβανία. Γυρίζει στο σπίτι και λέει το νέο στην Ελένη (Έλλη Λαμπέτη). Εκείνη αναστατώνεται και δεν ξέρει τι να πιστέψει. Αποφασίζει να πάει στο σπίτι του Αντρέα για να μάθει.

Τη δέχεται η κυρία Μαρκή (Ελένη Χαλκούση), μια γυναίκα που έχει τον Αντρέα σαν παιδί της. Όχι, ο νέος που είδε η κυρα-Όλγα αποκλείεται να ήταν ο Αντρέας. Ο Αντρέας σκοτώθηκε στην Αλβανία.

Όμως, μόλις φεύγει η Ελένη, η πόρτα ανοίγει κι εμφανίζεται ο Αντρέας. Όσα είχε πει η κυρα-΄Ολγα ήταν σωστά. Ο Αντρέας ζει και είναι τυφλός. Δεν θέλησε να κάνει την Ελένη δυστυχισμένη κοντά του, ανήμπορος καθώς είναι πια, γι’ αυτό έβαλε να της γράψουν ότι σκοτώθηκε στο μέτωπο. Μέσα στη θλίψη για τον χωρισμό τους και την απελπισία για τη κατάστασή του, υπάρχει μόνον ένα πράγμα που τον κρατάει στη ζωή. Μια υπηρεσία που προσφέρει στην πατρίδα.

Ο Γιωργάκης γυρίζοντας από τον παλιατζή συναντάει δυο μαυραγορίτες. Ο ένας κρατάει ένα καρβέλι ψωμί. Αληθινό ψωμί! Ζητάει ν’ αγοράσει εκατό δράμια. Ο μαυραγορίτης όμως «δεν το σφάζει». Ο Γιωργάκης συνεχίζει τον δρόμο του και λίγα βήματα πιο πέρα βλέπει μια παρέα σαλταδόρων. Ο αρχισαλταδόρος (Μίμης Φωτόπουλος) εξηγεί στους υπόλοιπους τη διαφορά μεταξύ ντου και κλεψιάς.

Δηλονότι πρέπει να ξέρουμε ότι το ντου δεν είναι κλεψιά. Το ντου είναι επίταξη ειδών πρώτης ανάγκης και διανομή σ’ εκείνους που πεινάνε.

«Μαυραγορίτες» τους λέει ο Γιωργάκης και τους δείχνει τους δύο άντρες που απομακρύνονται. Οι σαλταδόροι κάνουν ντου, το ψωμί πέφτει απ’ τα χέρια του μαυραγορίτη, το αρπάζει ο Γιωργάκης και αρχίζει μια απίστευτη καταδίωξη όπου όλοι τρέχουν πίσω από το καρβέλι που συνεχώς αλλάζει χέρια.
Ο αρχισαλταδόρος και ο Κασέλας που μένουν πίσω και κάνουν τους μαυραγορίτες μαύρους στο ξύλο.
— Δηλονότι, μαύρε μαυραγορίτη της μαύρης θα σε κάνω μαύρο. Δηλονότι θα σε μαυρίσω.
Η σκηνή δεν περιγράφεται. Δηλονότι είναι δυνατή, γρήγορη και καθηλωτική.

Ο Γιωργάκης κατορθώνει να σώσει το πολύτιμο καρβέλι και φτάνει στο σπίτι του μαζί με τον άγνωστο κύριο που τον βοήθησε (Παντελής Ζερβός). Η ένταση συνεχίζεται. Μια έφοδος τους αναγκάζει να μπουν στα γρήγορα στην αυλή, ενώ οι γερμανοί περνώντας δολοφονούν εν ψυχρώ το μικρό αγόρι που κάθεται στο κατώφλι του αντικρινού σπιτιού.
Ο άγνωστος άντρας είναι αρχηγός αντιστασιακής οργάνωσης. Η γνωριμία μαζί του βάζει τον Γιωργάκη στην Αντίσταση. Σύντομα παίρνει ενεργό μέρος και με πλαστή ταυτότητα σιδηροδρομικού υπαλλήλου (και μακριά παντελόνια πια) αρχίζει τα σαμποτάζ στα τρένα.

Ο Αντρέας μαζί με άλλους δύο τυφλούς μουσικούς παίζει μουσική στον δρόμο ζητώντας έτσι τον οβολό των περαστικών. Στην πραγματικότητα είναι ένας τρόπος για να βοηθήσει την Αντίσταση. Στο κουτί των προσφορών πέφτουν σημειώματα. Οι τρεις μουσικοί είναι ταχυδρόμοι της οργάνωσης.
Έρχεται η σειρά της Ελένης να προσφέρει στην Αντίσταση. Ο αρχηγός τής προτείνει να γίνει η αδελφή Μάρθα στο στρατιωτικό΄νοσοκομείο. Η αποστολή της θα είναι να παίρνει τα σημειώματα από το κουτί των μουσικών.

Στο στρατιωτικό νοσοκομείο συναντάει τον Αντρέα και βεβαιώνεται πως είναι ζωντανός. Γνωρίζοντας όμως πόσο κατηγορηματικές είναι οι απόψεις του για τη σχέση τους δεν αποφασίζει να του αποκαλύψει ποια είναι.

Ο Γιωργάκης συνεχίζει με επιτυχία τις ανατινάξεις. Όμως, στον τόπο του τελευταίου σαμποτάζ χάνει την ταυτότητά του. Μπορεί η ταυτότητα να είναι πλαστή και το όνομα ψεύτικο, η φωτογραφία όμως είναι αληθινή και ο κίνδυνος μεγάλος. Λίγο πριν τον επικηρύξουν οι γερμανοί, η οργάνωση τον φυγαδεύει στο βουνό και τα ίχνη του χάνονται.

Ο Αντρέας αισθάνεται μια ιδιαίτερη συμπάθεια για την αδερφή Μάρθα. Της ανοίγει την καρδιά του και της μιλάει για την Ελένη, για τη γνωριμία τους, τις όμορφες στιγμές τους, τον αρραβώνα τους και την ευτυχισμένη ζωή που αρνήθηκε.

Η αποστολή που ανέθεσε ο διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου (Γιώργος Νέζος) στην Ελένη είχε επιτυχία, αλλά έμελλε να είναι η τελευταία. Οι γερμανοί την άφησαν να την πραγματοποιήσει για να την παρακολουθήσουν και να συλλάβουν τους συνεργάτες της. Στο γραφείο του ανακριτή ο Αντρέας μαθαίνει ότι η αδερφή Μάρθα δεν είναι άλλη από την αγαπημένη του Ελένη.

Τους καταδίκασαν σε θάνατο. Χαράματα παίρνουν από τη φυλακή τους μελλοθάνατους (Νίκο Χατζίσκο, Γιώργο Νέζο, Διονύση Παπαγιαννόπουλο και Ιορδάνη Μαρίνο), ενώ οι άλλοι κρατούμενοι πίσω από τα κάγκελα τους αποχαιρετούν και τους δίνουν κουράγιο.

vlcsnap-00424

Στο καμιόνι που τους μεταφέρει στον τόπο της εκτέλεσης ο Αντρέας και η Ελένη θα συναντηθούν για τελευταία φορά. Σε λίγο θα πέσουν νεκροί από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος.

Αυτό ήταν το τέλος της Ελένης και του Αντρέα. Κι έτσι τελείωσε η εξιστόρηση της κυρα-΄Ολγας. Ο καπετάνιος φεύγει. Η γυναίκα του πεθαμένη, η κόρη του κι ο αρραβωνιαστικός της σε κάποιον άγνωστο ομαδικό τάφο, ο γιός του χαμένος…

Το μόνον μέρος που μπορεί να πάει είναι ο τάφος της γυναίκας του. Κι εκεί συναντάει τον γιο του, που έχει γίνει πια ολόκληρος άντρας.

vlcsnap-00462.jpg

Ηθοποιοί.jpg

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s