Τραγούδια για τους σαλταδόρους της Κατοχής

Ο Σαλταδόρος είναι τραγούδι που έγραψε ο Μιχάλης Γενίτσαρης το 1942. Είναι ζεϊμπέκικο και τραγουδήθηκε όσο κανένα άλλο ρεμπέτικο επί Κατοχής.

Σαλταδόρος.jpg

Για την ιστορία, ο Σαλταδόρος δεν ηχογραφήθηκε όταν μετά το τέλος του πολέμου ξανάνοιξαν οι δισκογραφικές εταιρείες, οπότε θα είχαμε μια ηχογράφηση από τον δημιουργό του πολύ κοντά στην εποχή που το δημιούργησε. Το ηχογράφησε στην Αμερική το 1947 ο ελληνοαμερικάνος συνθέτης και τραγουδιστής Γιώργος Κατσαρός με τους στίχους ελαφρώς παραλλαγμένους. Χρειάστηκε να περάσουν τρεις δεκαετίες για να ηχογραφηθεί με τη φωνή του Γενίτσαρη.

Ο Ηλίας Πετρόπουλος στη συλλογή του «Ρεμπέτικα τραγούδια» το κατατάσσει στα τραγούδια του υποκόσμου. Ο Σαλταδόρος γνώρισε διάφορες παραλλαγές που τραγουδήθηκαν στα χρόνια της Κατοχής.

Τρεις ακόμα παραλλαγές του Σαλταδόρου που τραγουδήθηκαν πολύ επί Κατοχής.

%cf%83%ce%b1%ce%bb%cf%84%ce%b1%ce%b4%cf%8c%cf%81%ce%bf%cf%82-3

%cf%83%ce%b1%ce%bb%cf%84%ce%b1%ce%b4%cf%8c%cf%81%ce%bf%cf%82-2

Βενζίνες και πετρέλαια
Βρε, βενζίνες και πετρέλαια
εμείς τα κυνηγούμε
που κόβουνε πολλά λεφτά
και φίνα την περνούμε.

Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω,
τη ρεζέρβα θα σου πάρω.

Οι σαλταδόροι, ρε παιδιά,
δουλεύουνε στη ζούλα,
σαλτάρουν στα γερμανικά
και τα ξαφρίζουν ούλα.
Αυτή την παραλλαγή τη χρησιμοποιούσαν οι καραγκιοζοπαίχτες στην Κατοχή, όταν εμφανιζόταν ο Σταύρακας.

 

Η παραλλαγή του Σαλταδόρου του Γενίτσαρη όπως την ηχογράφησε ο Γιώργος Κατσαρός  στην Αμερική το 1947.

Ο σαλταδόρος
Δεν τη φοβάμαι τη στενή, το ξύλο, την κουμπούρα, βρε,
εκείνο που φοβήθηκα είν’ η κομανταδούρα.

Όταν περνούν οι Γερμανοί, περνάνε μ’ όλο πόζα,
πηδάω στ’ αυτοκίνητο και τους τα κλέβω όλα.

Θα σαρτάρω, θα σαρτάρω, βρε,
κι έτσι θα ξαναρεφάρω.

Μπενζίνες και πετρέλαια εμείς τα κυνηγάμε,
γιατ’ έχουνε πολλά λεφτά και φίνα την περνάμε.

Θα σαρτάρω, θα σαρτάρω, βρε,
και την τσίκα θα φουμάρω.

Ζηλεύουνε, δεν θέλουνε ντυμένο να με δούνε,
μπατίρη θέλουν να με δουν, για να φχαριστηθούνε.

Θα σαρτάρω, θα σαρτάρω, βρε,
και την τσίκα θα φουμάρω.


Το τραγούδι του Γιώργου Μητσάκη για τους σαλταδόρους της Τρούμπας, που κυκλοφόρησε το 1975, φαίνεται πως αναφέρει ανθρώπους της φάρας.

Κατοχή στην Τρούμπα
Ήταν Κατοχή
κι έπεφτε βροχή,
ήτανε βαθύ σκοτάδι
στη Τρούμπα κάθε βράδυ.

Κι εμείς για ντου πηγαίναμε,
σαλτάραμε και κλέβαμε,
παρέα ήτανε με μας
κι ο μπουκαδόρος ο Κοσμάς.

Ήταν Κατοχή,
πείνα και βροχή.

Ήμασταν παιδιά
κι είχαμε καρδιά,
ο Κεφάλας κι ο Μαρίνος
παρέα μας κι εκείνος.

Μια νύχτα τον Τζιμίσκουλα
τον φάγανε για ψίχουλα
και τον βαρκάρη τον Θωμά
που έπαιζε τον μπαγλαμά.

Ήταν Κατοχή,
πείνα και βροχή.


Ο στιχουργός Ξενοφώντας Φιλέρης έγραψε για τρεις φίλους από τον Βύρωνα που έκαναν ντου στο καμιόνι που μοίραζε συσσίτιο στο Κομάντο Πιάτσα, στο ιταλικό φυλάκιο που βρισκόταν γωνία Σταδίου και Αμερικής.

Ο Φιφίκος
Σταδίου και Αμερικής άραζε το καμιόνι
για βραδινό συσσίτιο, κρέας με μακαρόνι.
Κι ένας φρατέλος έβγαινε διανομή να κάνει
στο διπλανό φυλάκιο, σβέλτα και μάνι μάνι.

Βρε Φιφίκο, βρε Αλέκο, βρε Μενέλαε, κουνήσου.
Κάνε ντου στον Ιταλιάνο κι ύστερα εξαφανίσου.
Σταδίου και Αμερικής άραζε το καμιόνι.

Τρεις φίλοι απ’ τον Βύρωνα με τρύπιο παντελόνι,
χωρίς να κάνουν σαματά, κούρσεψαν το καμιόνι.
Και μύρισε, Θεούλη μου, ο δρόμος μακαρόνι,
Σταδίου και Αμερικής, μέχρι Κολοκοτρώνη.

Βρε Φιφίκο, βρε Αλέκο, βρε Μενέλαε, κουνήσου.
Κάνε ντου στον Ιταλιάνο κι ύστερα εξαφανίσου.
Τρεις φίλοι απ’ τον Βύρωνα κούρσεψαν το καμιόνι.

Τους παραπάνω στίχους του Ξενοφώντα Φιλέρη καθώς και άλλους, που αναφέρονται στη μαύρη Κατοχή, μελοποίησε ο Γιώργος Ζαμπέτας και περιλαμβάνονται στον δίσκο «Ντοκουμέντα» που κυκλοφόρησε το 1975.